Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Η παρακάτω ιστορία είναι αληθινή και διαδραματίστηκε γύρω στο 1938.(έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου «Το Κυνήγι Του Λαγού»).

Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr

Δεν είχε ξεσπάσει ακόμα ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Τα περισσότερα είδη διατροφής προερχόταν απ' ευθείας από τη φύση. Γι' αυτό τα χωριά έσφυζαν από ζωή, πολυμελείς οι οικογένειες και σε κάθε σπίτι όλοι δούλευαν για τον άρτο τον επιούσιο.
Έτσι και στο Αμπελάκι, στο μικρό χωριό μου κοντά στο Ρέθυμνο, περίπου 90 παιδιά πήγαιναν τότε στο Δημοτικό Σχολείο, σε αντίθεση με σήμερα που όλο και όλο το χωριό έχει τρία παιδιά! Ο πατέρας μου, ο Μανουσομανώλης, ήταν παιδί δεκαμελούς αγροτικής οικογένειας. Ευχαρίστως έκανε όλες τις αγροτικές εργασίες, αφού έτρεφε περίσσια αγάπη προς τη φύση. Κοντά της αισθανόταν πιο ελεύθερος παρά μέσα στο σκολειό, που συχνά έτρωγε ξυλιές και τιμωρίες από το δάσκαλο, γιατί τις διαβολιές τις είχε στο αίμα του.
Του άρεσε το κυνήγι του λαγού σαν πατροπαράδοτη ενασχόληση και το μάτι του είχε εξασκηθεί τέλεια με αποτέλεσμα τουλάχιστον ένα δύο λαγούς τη βδομάδα να βλέπει στο γιατάκι τους. Έτσι μια μέρα σε μια αγροτική περιοχή του χωριού, βλέπει ένα λαγό να κάθεται στο γιατάκι του, ο οποίος έμελε να ήταν αιτία για τη ιστορία που θα σας διηγηθώ.
Ο Μανώλης ήταν τεχνίτης και με την κατσούνα (μαγκούρα) δύσκολα του ξέφευγε λαγός γιατί είχε πάρει το κολάι και τους κατακεραύνωνε μέσα στο γιατάκι τους. Ο συγκεκριμένος όμως είχε καλή προστασία. Καθόταν σε ένα μικρό «πατάρι» ενός πολύ μεγάλου κάθετου βράχου περίπου στα 2,5 μέτρα από το έδαφος μέσα σε ένα ασπάλαθο. Δεν τον έφτανε εκεί πάνω η κατσούνα, αλλά κι αν ακόμα τον έφτανε τα χονδρά κλαδιά του ασπαλάθου δε θα την άφηναν να φθάσει με ορμή μέχρι το κεφάλι του λαγού. Αν πάλι του πέταγε πέτρα θα είχε κι αυτή την ίδια τύχη. Ήταν λοιπόν σίγουρο ότι ο λαγός θα του ξέφευγε. Ενώ προσπαθούσε να βρει λύση, βλέπει να πλησιάζουν κυνηγώντας δύο συγχωριανοί του, ο Μηναδοβασίλης με τον Παλιερογιάννη. «Θα τους ζητήσω», σκέφτηκε, «το τουφέκι τους να σκοτώσω το λαγό». Πράγματι μόλις πλησίασαν τους λέει:
-ξέρω που κάθεται ένας λαγός. Θα μου δώσετε ένα τουφέκι να τον σκοτώσω, και να τον μοιραστούμε;
Την εποχή εκείνη και τα φυσέκια ήταν ακριβά και ο λαγός αποτελούσε βασική τροφή. Γι' αυτό τα θηράματα τα μοίραζαν ακριβώς οι κυνηγοί.
-Όχι, γιατί εσύ είσαι μικρός, δεν κατέχεις από τουφέκια και θα σου φύγει. Να μας τον δείξεις να τον σκοτώσομε εμείς και θα σου δώσομε το μισό, απάντησαν.
Πονηρός και δύσπιστος, ο περίπου δωδεκάχρονος τότε Μανώλης, σκέφτηκε ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συγχωριανοί του μπορεί να τον ξεγελούσαν και να έπαιρναν ολόκληρο το λαγό και δε δεχόταν τη συμφωνία.
-Αν δε μου δώσετε ένα τουφέκι να του παίξω εγώ, δε σας τον δείχνω, επέμενε ο Μανώλης.
Αφού δεν μπορούσαν να προτείνουν κάτι άλλο στον Μανώλη για να τον πείσουν, ο διπλωμάτης Βασίλης λέει:
-καλά, θα κάνομε τη βόλτα μας και το απόγευμα που θα επιστρέφομε, θα σου δώσομε ένα τουφέκι να τον σκοτώσεις, εντάξει;
-Εντάξει, απαντά ο Μανώλης.
Μόλις απομακρύνθηκαν οι δυο κυνηγοί, ο πονηρός Μανώλης σκεφτόταν: «δεν μπορεί, αυτοί οι τετραπέρατοι κάτι θα προσπαθήσουν να μου σκαρώσουν. Πρέπει λοιπόν κάτι να σκεφτώ κι εγώ, γιατί θα με ξεγελάσουν και μετά θα με κοροϊδεύουν στο χωριό».
Σκεφτόταν, σκεφτόταν και τελικά το βρήκε! «Αν μου δώσουν το τουφέκι, θα σκοτώσω το λαγό και θα τον αρπάξω να το βάλω στα πόδια. Αυτοί δε θα μπορέσουν να με πιάσουν στο τρέξιμο. Αν μου ζητήσουν το μισό λαγό θα τους πω να έρθουν το βράδυ από το σπίτι μας, που θα τον μοιράσει ο πατέρας μου να τον πάρουν!»
Όμως και στο άλλο «στρατόπεδο», ο Βασίλης με το Γιάννη, που δεν κατάφεραν παρά την αφθονία των θηραμάτων της εποχής εκείνης να πιάσουν λαγό, τις ίδιες πονηρές σκέψεις έκαναν για να ξεγελάσουν το μικρό Μανώλη.
-Θα πάμε το βράδυ στο χωριό χωρίς λαγό και θα μας κοροϊδεύουν οι χωριανοί. Γι' αυτό Βασίλη, εσύ που τα καταφέρνεις σκέψου κάτι! έλεγε ο Γιάννης.
-Το βρήκα, λέει ο Βασίλης. Θα βγάλομε τα σκάγια από ένα φυσέκι και θα αφήσομε το μπαρούτι με την τάπα. Θα βάλομε το φυσέκι στο μονόκανο και θα του δώσομε το να παίξει στο λαγό. Θα του κάνομε όμως τη συμφωνία ότι αν σκοτώσει το λαγό, θα είναι δικός του. Αν όμως του φύγει και τον σκοτώσομε εμείς, θα είναι δικός μας. Ο λαγός θα του φύγει γιατί το φυσέκι δε θα έχει σκάγια. Αυτός δε θα καταλάβει τι του έχομε σκαρώσει γιατί θα ακούσει τον μπαλωθιά, είναι και κοπέλι εν τω μεταξύ... Εσύ, Γιάννη, θα πιάσεις ένα καλό τόπο με το δίκαννο και θα είσαι έτοιμος να τον σκοτώσεις. Συμφωνείς;
-Συμφωνώ, λέει ο Γιάννης.
Πλησιάζουν το Μανώλη και λαβαίνει ο Βασίλης το λόγο:
-λοιπόν, Μανώλη, θα μας δείξεις το λαγό να τον σκοτώσομε εμείς, που σημαδεύομε καλά, και να τον μοιραστούμε;
-Όχι, δε σας τον δείχνω. Θα μου δώσετε το τουφέκι να του παίξω εγώ, αλλιώς φύγετε, απειλεί ο Μανώλης.
-Εντάξει, θα σου δώσομε το ένα τουφέκι να παίξεις στο λαγό, κι αν τον σκοτώσεις χαλάλι σου. Αν όμως σου φύγει και τον σκοτώσομε εμείς θα είναι δικός μας. Συμφωνείς;
-Συμφωνώ, απάντησε ο Μανώλης, που έβλεπε την τελευταία αυτή πρόταση να τον βολεύει.
«Ωραία, τον καταφέραμε» σκέφτεται ο Βασίλης και δίνει το μονόκανο στο Μανώλη.
Ο Γιάννης βολεύτηκε πάνω στο μεγάλο χαράκι που καθόταν ο λαγός, έβαλε τα καλλίτερά του φυσέκια στο καινούριο του κοκκοράτο 16άρι και σίγουρος, περίμενε το λαγό να φύγει και να τον σκοτώσει αυτός.
Πλησιάζει ο Μανώλης, αλλά δεν ήξερε από τουφέκι, του φαινόταν μικρός ο στόχος και ήθελε να σιγουρέψει την τουφεκιά.
-Μην του σιμώνεις πολύ κοντά, γιατί θα του χαλάσεις το κρέας! τον «συμβούλευαν» οι άλλοι. -Παίξε του από μακριά!
Ο λαγός είχε αλλάξει θέση απ' αυτήν που τον είχε δει ο Μανώλης το πρωί και είχε συρθεί λίγο πιο μέσα στο γιατάκι του. Ήθελε να του παίξει στο πλάϊ και στο μάτι για να μην του χαλάσει το κρέας όπως είχε μάθει από τον πατέρα του. Δέκα θέσεις άλλαξε μέχρι να βρει την κατάλληλη. Τελικά πλησιάζει στη ρίζα του βράχου, ανασηκώνεται όσο μπορεί στις μύτες των ποδιών του και από μισό μέτρο απόσταση, μπουμ! του την μπουμπουνίζει! Ένα σάλτο ίσαμε δυο μέτρα στο ύψος έπαιξε ό λαγός και κατρακυλώντας από τον γκρεμό στο έδαφος, με μια βουτιά αυτοθυσίας τον αρπάζει ο Μανώλης. Πετάει πάνω σε ένα ασπάλαθο το μονόκανο κι αρχίζει να τρέχει με όλη του τη δύναμη! Στα εκατό μέτρα σταμάτησε γιατί ο λαγός είχε ζωντανέψει και προσπαθούσε να του φύγει από τα χέρια. Του έριξε με την παλάμη του χεριού του δύο-τρεις δυνατές στ' αυτιά για να τον σκοτώσει και τον σηκώνει ψηλά για να τον καμαρώσει μιας και ήταν ο πρώτος λαγός που σκότωνε με τουφέκι.
Άναυδοι μένουν ο Βασίλης με το Γιάννη, κοιτάζουν ο ένας τον άλλο, αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν τι είχε συμβεί και ναυάγησε το σχέδιό τους.
-Μα Βασίλη δεν έβγαλες τα σκάγια... μουρμουρίζει ο Γιάννης.
-Ούλα τα έβγαλα... μα πρέπει πως φοβήθηκε την μπαλωθιά και λιποθύμησε ο αναθεματισμένος μισοβρίζει ο Βασίλης.
-Στάσου! μωρέ Μανώλη, του φωνάζουν. Εμείς τηρούμε τη συμφωνία. Ο λαγός είναι δικός σου, δε σου τον παίρνομε! Δες όμως και πες μας που την πήρε την τουφεκιά!
Κοιτάζει ο Μανώλης αλλά το μόνο που βλέπει είναι την τάπα καρφωμένη στο μάτι του λαγού!! «Ετούτο το πράμα μόνο βλέπω και του έχει βγάλει το μάτι» λέει ο Μανώλης που εν τω μεταξύ έχει βγάλει την τάπα από το μάτι του λαγού και την κρατά στο χέρι του.
-Περίμενε να το δούμε, του λένε οι δυο κυνηγοί.
-Εδώ πάνω στην πέτρα το αφήνω και ελάτε να το πάρετε, λέει ο Μανώλης και απομακρύνεται για να κρατήσει την απόσταση ασφαλείας από αυτούς.
-Μα το ξανάδες ετούτο το πράμα, μωρέ Βασίλη, να σκοτωθεί ο λαγός με την τάπα; απορεί απαρηγόρητος ο Γιάννης.
-Πρέπει πως τον ζάλισε η τάπα και μέχρι να συνέλθει τον άρπαξε το διαβολοκόπελο...
-Ο Θεός μας τιμώρησε που θέλαμε να κοροϊδέψομε το κοπέλι... βγάζει συμπέρασμα ο Γιάννης.
-Μωρέ άσε το Θεό και πες μου ίντα θα λέμε στους χωριανούς που θα μας κοροϊδεύουνε. Καλιά δεν ήτανε να γυρίσομε στο χωριό χωρίς λαγό... όμως τώρα σα να μου φαίνεται πως θα μας βγάλουνε ακόμη και μαντινάδες...

Δεκέμβρης 05
Μανούσος Χαλκιαδάκης