Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
(Το παρακάτω κείμενο είναι άρθρο του συγγραφέα το οποίο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου «Το Κυνήγι Του Λαγού»).


Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr


Υπάρχει ιδανικός ιχνηλάτης; Κι αν υπάρχει, γιατί να μην έχει επικρατήσει μόνο αυτή ή ράτσα; Γιατί να υπάρχουν τόσες άλλες ράτσες ιχνηλατών;
Είναι ιδανικός για όλες τις μορφές κυνηγιού, για όλα τα τριχωτά θηράματα, για όλες τις συνθήκες κλίματος και για όλους τους τύπους εδαφών; Η μήπως στα γενικότερα κυνηγετικά δεδομένα του κάθε τόπου αντιστοιχεί και από μια ράτσα ιχνηλατών ως ιδανικός ιχνηλάτης;
Μπορεί ένας άριστος ιχνηλάτης για τα "δικά σου" κυνηγετικά δεδομένα να είναι άχρηστος για "τα δικά μου";
Τι προσόντα πρέπει να έχει ο ιχνηλάτης για να είναι ιδανικός για "εμένα";


Ερωτήματα που είναι αδύνατον να μην έχουν περάσει από το μυαλό του κάθε λαγοκυνηγού. Ερωτήματα στα οποία κάποιοι συνάδελφοι έχουν δώσει απαντήσεις αλλά για κάποιους άλλους παραμένουν ακόμα αναπάντητα.

Αν θέλαμε να δώσουμε τον ορισμό της ιχνηλασίας ενός λαγόσκυλου, θα λέγαμε ότι είναι η πιστή ακολουθία των ιχνών, σύμφωνα με την κατεύθυνση που κινήθηκε το θήραμα.
Στην πράξη, αποδεικνύεται πολλές φορές ότι όσοι ιχνηλάτες ακολουθούν πιστά τα πρώτα ίχνη ενός λαγού που θα βρουν μπροστά τους, είναι κατά κανόνα αναποτελεσματικοί.
Για φανταστείτε έναν ιχνηλάτη μόλις ξαμοληθεί στον κυνηγότοπο να διασταυρωθεί και να καταπιαστεί με τα χθεσινοβραδινά ίχνη ενός λαγού (αυτά που άφησε ο λαγός το προηγούμενο σούρουπο μόλις εγκατέλειψε το γιατάκι του) και να επιμένει πεισματικά στο να τα ακολουθεί πιστά. Πόσο χρόνο λέτε να χρειαστεί για να ιχνηλατήσει όλα τα νυχτερινά ίχνη μέχρι να φτάσει στο πρωινό γιατάκι του λαγού; Όσο γρήγορα και να ιχνηλατεί, είναι σίγουρο ότι στην καλύτερη περίπτωση θα χρειαστεί τον ίδιο χρόνο που χρειάστηκε και ο λαγός. Δηλαδή τουλάχιστον εννέα με δέκα ώρες! Τόσες ώρες δηλαδή που δεν έχει ολόκληρη μια χειμερινή ημέρα από το πρωί ως το βράδυ! Έτσι, με ένα τέτοιο λαγόσκυλο (εμείς ποτέ δε θα αποζητούσαμε ένα τέτοιο), γιατί θα βλέπαμε λαγό μόνο στα όνειρά μας!
Φανταστείτε επίσης ένα άλλο ιχνηλάτη, να ιχνηλατεί μεν τα τελευταία σημεία βοσκής ενός λαγού, όμως αμέσως μετά, ο λαγός αυτός να ξεκόβει με πολύ μακρινό μονοντορό και να γιατακιάζει σε μια απομακρυσμένη άγονη περιοχή, ή να ανηφορίζει για χιλιόμετρα και να γιατακιάζει σε μια αλπική ζώνη. Αν και πάλι ο ιχνηλάτης επιμείνει στο να ακολουθήσει πιστά τα ίχνη αυτά, θα απομακρυνθεί τόσο πολύ από το αρχικό σημείο, ώστε ο λαγοκυνηγός μάλλον δε θα καταφέρει να τον ακολουθήσει. Έτσι θα παραμείνει στημένος σε ένα πολύ μακρινό καρτέρι από το σημείο που θα ξεφωλιαστεί ο λαγός, με αποτέλεσμα και πάλι ο λαγός να χαθεί γιατί μόνο κατά τύχη θα περάσει από το καρτέρι του κυνηγού.
Χρειαζόμαστε λοιπόν και αποζητάμε έναν καλό ιχνηλάτη, που να ιχνηλατεί αλάθητα μεν, όμως, το κυριότερο απ’ όλα, να ξεφωλιάζει σχετικά γρήγορα το λαγό και όσο γίνεται πιο κοντά στην περιοχή. Γιατί έτσι ο λαγός μετά το ξεφώλιασμά του, και ανάλογα με τον τρόπο που τον κυνηγάμε, θα δώσει πολλές πιθανότητες είτε να χτυπηθεί στο ξεπέταγμα, είτε σε κάποιον από τους κύκλους της καταδίωξης να γυρίσει κοντά στο σημείο που ξεφωλιάστηκε και να πέσει στο καρτέρι.
Συνοψίζοντας λοιπόν, ο ιχνηλάτης μας πρέπει να έχει την ικανότητα να ξεχωρίζει ποια από τα φρέσκα ίχνη ανήκουν σε λαγούς που γιατακιάζουν στη γύρω περιοχή, και να τα ακολουθεί. Έτσι με βάση τις οσφρητικές πληροφορίες, ένα σχετικά καλό λαγόσκυλο που έχει αποκτήσει εμπειρία στις συνήθειες και ιδιαιτερότητες των λαγών μιας περιοχής, σχεδόν πάντα τα καταφέρνει καλά. Τα καταφέρνει ακόμα και στους αχανής κυνηγότοπους, όπως για παράδειγμα τα δάση κωνοφόρων, που κατά κανόνα οι ιχνηλασίες είναι αρκετά μεγάλες και κατά συνέπεια και οι καταδιώξεις. Τι γίνεται όμως αν αυτό το λαγόσκυλο το οδηγήσουμε σε ένα τελείως διαφορετικό κυνηγότοπο που οι λαγοί έχουν διαφορετικές συνήθειες;

Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιχνηλασίας, καταλήγουμε σε μια απλή σκέψη: πρώτος ο λαγός κινείται, βόσκει, κάνει διάφορα κόλπα για να μπερδέψει τα ίχνη του ώσπου να χωθεί στο γιατάκι του, και στη συνέχεια έρχεται το λαγόσκυλο να τα ξεμπερδέψει τα ίχνη και να τα ακολουθήσει μέχρι το γιατάκι. Επειδή όμως οι λαγοί διαφοροποιούν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τις γενικότερες συνθήκες και τα δεδομένα της κάθε περιοχής, είναι ευνόητο να διαφοροποιούνται και τα ίχνη τους. Για παράδειγμα, αν ένα "διπλό πάτημα" ενός ορεινού λαγού δίνει την πληροφορία σ’ έναν εξειδικευμένο ορεινό ιχνηλάτη ότι ο λαγός που το άφησε γιατακιάζει σε ακτίνα πενήντα μέτρων από το σημείο του ίχνους, το ίδιο διπλό πάτημα ενός πεδινού λαγού μπορεί να σημαίνει ότι αυτός γιατακιάζει σε ακτίνα πεντακοσίων μέτρων από το σημείο του ίχνους! Όμως την ερμηνεία του ίχνους αυτού στον κάμπο, δεν μπορεί να την δώσει με ακρίβεια ένας ορεινός ιχνηλάτης, παρά μόνο ένας εξειδικευμένος πεδινός ιχνηλάτης.
Ένας άριστος ορεινός ιχνηλάτης λοιπόν που για χρόνια κυνηγά στις αλπικές ζώνες και στα πέτρινα επικλινή βουνά, αν κληθεί να κυνηγήσει για το υπόλοιπο της ζωής του σε έναν κάμπο ή στα ντυμένα ομαλά εδάφη γύρω από κοιλάδες, ίσως να μην μπορέσει να προσαρμοστεί ποτέ στις ιδιαιτερότητες του θηράματος των περιοχών αυτών. Άρα δε θα μπορεί με την ίδια ευκολία να ξεφωλιάζει λαγό, και γενικά δε θα είναι αποτελεσματικός ούτε στην ιχνηλασία ούτε στην καταδίωξη. Το ίδιο θα συμβεί (και χειρότερα μάλιστα) αν έναν άριστο πεδινό ιχνηλάτη που για χρόνια κυνηγά στους κάμπους, τον βάλουμε να κυνηγά στα κατσάβραχα. Ούτε αυτός θα μπορεί να ξεφωλιάζει λαγό.
Από άριστοι οι ιχνηλάτες αυτοί έγιναν ξαφνικά άχρηστοι; Όχι βέβαια. Παραμένουν άριστοι. Αλλά στα «πάτρια» εδάφη. Σ’ αυτά τα εδάφη που μπορούν να αποδώσουν το μέγιστο δυνατόν των δυνατοτήτων τους. Με την άνετη κίνησή τους στα συγκεκριμένα εδάφη λόγω των κατάλληλων σωματικών τους προσόντων, με την απόλυτη προσαρμογή τους στις κλιματολογικές συνθήκες και προπαντός τις συνθήκες ιχνηλασίας των «πάτριων» αυτών εδαφών, τις ιδιαιτερότητες του «ντόπιου» θηράματος και τέλος στις απαιτήσεις των θηρευτικών συνθηκών των θηραμάτων.

Βασική λοιπόν προϋπόθεση η συμπεριφορά και οι συνήθειες των λαγών της κάθε περιοχής, γιατί με βάση αυτές αποτυπώνονται ανάλογα ίχνη πάνω στο έδαφος. Τα ίχνη αυτά που καλείται στη συνέχεια να ακολουθήσει ο ιχνηλάτης.
Εκτός από τις διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι λαγοί στις χώρες της Ευρώπης (υπάρχουν και σχετικές επιστημονικές μελέτες), υπάρχουν διαφορές και μεταξύ λαγών σε διάφορα μέρη της χώρας μας. Μπορεί οι διαφορές αυτές να είναι μικρές και να μη γίνονται άμεσα αντιληπτές από τον άνθρωπο. Για ένα σκύλο όμως, που καταφέρνει οριακά να ξεμπερδεύει τα ίχνη ενός λαγού και μάλιστα στα εδάφη που γνωρίζει καλά και ταιριάζουν στα προσόντα του, είναι μεγάλη η δυσκολία που θα αντιμετωπίσει ιχνηλατώντας ένα λαγό σε διαφορετικά εδάφη και με διαφορετικές συνήθειες και συμπεριφορά.

Απαιτείται λοιπόν ιδανικό ταίριασμα των προσόντων του ιχνηλάτη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εδάφους, του θηράματος, του τρόπου θήρευσης και του κλίματος. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσοι τύποι ιχνηλατών, ακριβώς για να μπορούμε να επιλέξουμε εμείς ποιος από όλους ταιριάζει ιδανικά στις «δικές μας συνθήκες». Το ερώτημα που παραμένει είναι πως θα κάνουμε αυτό το ιδανικό ταίριασμα, πως θα επιλέξουμε αυτόν τον ιδανικό ιχνηλάτη σκύλο.
Παρακάτω, αλλά και στα επόμενα άρθρα, θα γίνει αναφορά στα ιδιαίτερα προσόντα και τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους ορεινούς και τους πεδινούς ιχνηλάτες. Επίσης θα γίνει αναφορά στη διαφορετικότητα των συνηθειών των ορεινών και των πεδινών λαγών. Αν μελετήσουμε σωστά όλες τις παραπάνω συνθήκες και παραμέτρους, μόνο τότε θα καταφέρουμε όχι μόνο να επιλέξουμε σωστά την καταλληλότερη για τις ανάγκες μας ράτσα ιχνηλατών, αλλά ακόμα και την ιδιαίτερη "γραμμή αίματος" της ράτσας αυτής, που ανταποκρίνεται σε ακόμα πιο εξειδικευμένες απαιτήσεις. Είναι περιττό να πούμε ότι, όταν μιλάμε για ιχνηλάτες εννοούμε τους καθαρόαιμους και μόνο, γιατί οι ημίαιμοι ούτε πρότυπα εργασίας και μορφολογίας έχουν, ούτε ράτσες έχουν και πολύ περισσότερο "γραμμές αίματος".
Βέβαια το βιβλίο "ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ 1", που ελπίζω ότι θα έχει κυκλοφορήσει τη στιγμή που θα διαβάζετε το κείμενο αυτό, κάνει ευρεία αναφορά στον ιχνηλάτη σκύλο και σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα και τις διαφοροποιήσεις. Τέτοια αναφορά είναι αδύνατον να γίνει στον περιορισμένο χώρο των άρθρων του περιοδικού.