Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
(Το παρακάτω κείμενο είναι άρθρο του συγγραφέα το οποίο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου "Το Κυνήγι Του Λαγού").

Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr

Ποιος είναι ο "πλέον παραδοσιακός τρόπος λαγοκυνηγιού" από όλους τους τρόπους με τους οποίους κυνηγάμε το λαγό στη χώρα μας;

Στην Ελλάδα και στην Κύπρο, από τα αρχαία χρόνια μέχρι τις μέρες μας, έχει καθιερωθεί το κυνήγι του λαγού να γίνεται με λαγόσκυλα, και με την έρευνα του ίδιου του λαγοκυνηγού. Ο Ξενοφών στον Κυνηγετικό, περιγράφει το κυνήγι του λαγού και ο αναγνώστης είναι σαν να διαβάζει μια προφητεία 400π.χ., για το πώς θα γίνεται το κυνήγι του λαγού στην Ελλάδα το 2000μ.χ. Τουλάχιστον στα βασικά στάδια του λαγοκυνηγιού: της έρευνας, του ξεφωλιάσματος και της καταδίωξης, δεν υπάρχει διαφοροποίηση του τότε με το σήμερα. Μόνο στα όπλα των κυνηγών και εν μέρει στον τρόπο σύλληψης του λαγού βρίσκουμε διαφορά. Πρέπει όμως να ξαναπούμε για μια ακόμα φορά ότι, για να τουφεκιστεί ο λαγός από το σύγχρονο λειόκανο όπλο, πρέπει απαραίτητα να έχουν προηγηθεί με επιτυχία η έρευνα, το ξεφώλιασμα και η καταδίωξη. Και εδώ βρίσκεται όλη η δυσκολία, η αθλητική και πρωτόγονη μορφή του παραδοσιακού λαγοκυνηγιού. Άνθρωποι και σκυλιά χρησιμοποιώντας μόνο τα φυσικά τους προσόντα να αναμετρούνται με τη φύση και τα θηράματα.

Το λαγοκυνήγι με έρευνα του λαγού από τον ίδιο το λαγοκυνηγό, αποτελεί ένα μικρό ποσοστό των περιπτώσεων. Παρατηρείται κυρίως στις νότιες και νησιωτικές περιοχές και την Κύπρο, σε μαζεμένους ξηρούς, πετρώδεις και γυμνούς η με χαμηλή βλάστηση κυνηγότοπους, με κύριο χαρακτηριστικό τις ακραίες και κακές συνθήκες ιχνηλασίας. Εκεί δηλαδή που τα λαγόσκυλα δεν μπορούν να ιχνηλατήσουν το ντορό του λαγού, και το λαγοκυνήγι γίνεται περισσότερο με τυφλή έρευνα του χώρου του κυνηγότοπου από κυνηγούς και σκυλιά. Πολλές φορές μάλιστα παρατηρούμε ακόμα και μοναχικούς κυνηγούς να "ξεσκονίζουν" τα πονηρά σημεία του κυνηγότοπου.
Παρότι πολλοί λαγάδες σπεύδουν να υπαινιχτούν τον τρόπο αυτό του κυνηγιού, που πολλές φορές γίνεται ακόμα και χωρίς λαγόσκυλα, εγώ τον κατατάσσω ως τον πιο δύσκολο και συνάμα τον πιο αθλητικό και λεβέντικο. Είναι η αναμέτρηση του ανθρώπου με το θήραμα σε... πρωτόγονη βάση. Πράγματι, χωρίς πολυετή εμπειρία στον τρόπο αυτό, χωρίς βαθιές γνώσεις της βιολογίας και των συνηθειών του λαγού, χωρίς την ικανότητα ανεύρεσης και επεξήγησης των "πονηρών ιχνών" του λαγού, χωρίς την ικανότητα συνεκτίμησης πάρα πολλών και διαφορετικών παραγόντων ταυτόχρονα, κανείς δεν μπορεί να πειραματιστεί, έστω και για μια φορά, σ’ αυτόν τον τρόπο της... ιχνηλασίας του λαγού. Μεγάλη η σωματική καταπόνηση ιδίως στα έντονα επικλινή, πετρώδη και κακοτράχαλα εδάφη. Είναι ο τρόπος κυνηγιού του λαγού που μάλλον εξωτερικεύει τον ψυχικό κόσμο του ιχνηλάτη κυνηγού. Σε κάποιο μελλοντικό άρθρο θα αποτολμήσω τη δύσκολη περιγραφή του τρόπου αυτού.

Στο παραδοσιακό λαγοκυνήγι με λαγόσκυλα, τον πρώτο λόγο αναλαμβάνουν οι σκύλοι ιχνηλάτες. Ανάλογα με την ευχέρεια κίνησης του λαγοκυνηγού μέσα στον κυνηγότοπο, ανάλογα με την εποχή, με τις συνθήκες ιχνηλασίας, του εδάφους, του περιβάλλοντος γενικά και του κλίματος, τις ιδιαιτερότητες του ντόπιου θηράματος, τις συνθήκες θήρευσης, αλλά και τον τρόπο εργασίας και τα προσόντα των ιχνηλατών μας, διαφοροποιείται ο τρόπος του κυνηγιού του λαγού. Έτσι με βάσει τα παραπάνω δεδομένα, τρεις είναι οι πλέον διαδεδομένοι τρόποι παραδοσιακού λαγοκυνηγιού με ιχνηλάτες στην Ελλάδα και την Κύπρο:
• το κυνήγι κοντά στα σκυλιά,
• το κυνήγι με "απόλυτο καρτέρι",
• το κυνήγι με εναλλασσόμενα καρτέρια, που είναι μια ενδιάμεση μορφή των δύο πρώτων.

Η επιλογή ενός από τους παραπάνω τρόπους κυνηγιού, η οποία δεν είναι καθαρά θέμα γούστου του ίδιου του λαγοκυνηγού αλλά στην ουσία την υπαγορεύουν όλες οι παραπάνω συνθήκες, απαιτεί κατάλληλο εξοπλισμό και πάνω απ΄όλα κατάλληλους ιχνηλάτες. Γιατί δεν είναι όλοι οι ιχνηλάτες παντός εδάφους και παντός καιρού όπως τους παρουσιάζουν οι θιασώτες την κάθε ράτσας.
Έτσι παρατηρείται σε παλιούς και έμπειρους λαγάδες να κυνηγούν πάντα σε συγκεκριμένης μορφολογίας εδάφη και πάντα με συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουν ταιριάξει ιδανικά τα κυνηγετικά προσόντα (σωματικά και εργασιακά) των ιχνηλατών τους και τον εξοπλισμό τους, με τις γενικότερες κυνηγετικές συνθήκες των θηραμάτων και των εδαφών αυτών που κυνηγούν. Εξάλλου κι αυτοί οι ίδιοι, μέσα από την πολυετή εμπειρία τους στα ίδια εδάφη, έχουν μάθει τα μυστικά και τις ιδιαιτερότητες του κυνηγιού τους, με αποτέλεσμα να αισθάνονται περισσότερη σιγουριά κυνηγώντας σ’ αυτά. Γι’ αυτό το λόγο συνήθως σνομπάρουν τους άλλους τρόπους κυνηγιού του λαγού και υποστηρίζουν ότι μόνο ο τρόπος που αυτοί κυνηγούν είναι ο "πλέον παραδοσιακός". Αν λοιπόν αλλάξουν σημαντικά τις παραπάνω συνθήκες και κληθούν να κυνηγήσουν σε τελείως διαφορετικά εδάφη, ούτε ο εξοπλισμός τους θα κρίνεται κατάλληλος για τα νέα δεδομένα, ούτε τα λαγόσκυλα θα έχουν την κατάλληλη απόδοση, ούτε οι ίδιοι θα έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρίες. Επειδή λοιπόν η Μεσογειακή Ευρώπη και ειδικότερα τα κυνηγοτόπια μας χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη ποικιλομορφία των εδαφών και την έντονη διαφοροποίηση του κλίματος και των συνθηκών ιχνηλασίας, ποτέ δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι και ανελαστικοί στις θέσεις και τα πιστεύω μας. Πριν γενικεύσουμε έναν χαρακτηρισμό, καλό θα είναι να ταξιδεύουμε νοερά από τα βορειότερα μέχρι τα νοτιότερα κυνηγοτόπια μας. Εξάλλου ένας κυνηγός, ιδιαίτερα ένας λαγοκυνηγός, δεν μπορεί να έχει ολοκληρωμένη άποψη αν δεν έχει κυνηγήσει σε όλους τους τύπους εδαφών της χώρας μας και με όλους τους τρόπους κυνηγιού.
Ακολουθώντας λοιπόν τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν τίθεται θέμα παραδοσιακού ή μη παραδοσιακού τρόπου λαγοκυνηγιού. Όλοι το ίδιο παραδοσιακοί είναι, αρκεί ο εντοπισμός του λαγού να γίνεται με πρωτόγονα μέσα (με τα φυσικά προσόντα του σκύλου ιχνηλάτη και του ανθρώπου) και όχι με τεχνολογικά μέσα, και πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια των διατάξεων περί θήρας. Έτσι, το παραδοσιακό λαγοκυνήγι στις δασώδεις περιοχές της χώρας μας γίνεται, και πρέπει να γίνεται, με μεγάλη καταδίωξη και κλασσικά καρτέρια. Αντίθετα, το παραδοσιακό λαγοκυνήγι στις ξηρές και ανοιχτές περιοχές γίνεται, και πρέπει να γίνεται, "καβάλα στα σκυλιά".
Κατ’ επέκταση, δε μειονεκτεί η κοντινή έρευνα του Κρητικού ιχνηλάτη, για παράδειγμα, σε σχέση με τη μακρινή έρευνα του Ελληνικού ιχνηλάτη, ούτε η μεγάλη καταδίωξη του Ελληνικού σε σχέση με τη μικρή του Κρητικού. Απεναντίας, τα προσόντα του κάθε ενός ιχνηλάτη είναι ιδανικά ταιριασμένα σε συγκεκριμένα εδάφη και συνθήκες ιχνηλασίας, θηράματος, κλίματος και τρόπου θήρευσης.
Είναι μεγάλο λάθος λοιπόν να λέμε ότι ο νησιώτης κυνηγός, που κυνηγά "καβάλα στα σκυλιά", επιλέγει αυτόν τον τρόπο για να καλύψει τις αδυναμίες των σκυλιών του που συνήθως είναι ιχνηλάτες κοντινής και ανεμιστής έρευνας. Το ίδιο λάθος όμως είναι να λέμε ότι ο κυνηγός των αχανών δασικών εκτάσεων κυνηγά με καρτέρι για να καλύψει την ξεροκεφαλιά του σκύλου του που κυνηγά "δέκα βουνά" μακριά από αυτόν. Η κάθε περιοχή χαρακτηρίζεται από τις δικές της συνθήκες, και ενδείκνυται περισσότερο ή λιγότερο για τον ένα ή τον άλλο τρόπο κυνηγιού. Έτσι το μόνο που απομένει για τον κάθε λαγοκυνηγό, είναι να κάνει τις σωστές επιλογές των ιχνηλατών του και του εξοπλισμού του ανάλογα με τον τρόπο κυνηγιού.
Κάνοντας λόγο βέβαια για ιχνηλάτες, εννοούμε πάντα τις καθαρόαιμες ράτσες, γιατί μόνο αυτές παρουσιάζουν σταθερό μορφολογικό και εργασιακό τύπο. Γιατί είναι αλήθεια ότι κάποιοι λαγάδες πέφτουν στο σημαντικό λάθος να προσπαθούν πολλές φορές να διαλέγουν κυνηγότοπους και να προσαρμόζουν τον τρόπο κυνηγιού που κάνουν ανάλογα με τις αδυναμίες, τις παραξενιές και την ανομοιομορφία που παρουσιάζουν στον τρόπο εργασίας τους τα ημίαιμα λαγόσκυλα που έχουν. Είναι όμως τελείως ανορθόδοξο το να περιμένουν ένα ημίαιμο λαγόσκυλο να ενηλικιωθεί πρώτα και στη συνέχεια, ανάλογα με τα προσόντα και τις κυνηγετικές αδυναμίες του, να αλλάζουν αυτοί τον τρόπο κυνηγιού τους και να επιλέγουν κυνηγότοπους, που σίγουρα θα είναι διαφορετικοί από αυτούς που θα ήθελαν να κυνηγούν.