Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
(Το παρακάτω κείμενο είναι άρθρο του συγγραφέα το οποίο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου «Το Κυνήγι Του Λαγού»).

Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr

Εγώ βλέπω και πουλώ... βλέπε κι εσύ κι αγόραζε!!!

Άλλη μια κυνηγετική σαιζόν έχει τελειώσει και τώρα, στις στιγμές μοναξιάς και περισυλλογής μας, περνούν από το μυαλό μας σα βίντεο οι πιο χαρακτηριστικές στιγμές της. Από τη φύση του ο άνθρωπος έχει την τάση να αναπολεί τις ευχάριστες στιγμές της ζωής του γιατί αυτές τον κάνουν να νοιώθει πιο όμορφα. Όμως, μέσα από αυτήν την περισυλλογή και τον απολογισμό, εντοπίζομε και κάποιες αδυναμίες που, εν όψει της νέας κυνηγετικής περιόδου που σε λίγους μήνες θα αρχίσει, αισθανόμαστε την ανάγκη να τις εξαλείψομε.
Μια από αυτές τις αδυναμίες μπορεί να είναι η έλλειψη λαγόσκυλων είτε γιατί αυτά που έχομε γέρασαν, είτε γιατί έπεσαν θύματα δηλητηριασμένων μεζέδων που κυκλοφορούν στους κυνηγότοπους, είτε γιατί δε μας ικανοποίησαν από την απόδοσή τους.
Το να αγοράσομε έτοιμο λαγόσκυλο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, παρόλη την πληθώρα των λαγόσκυλων που διατίθενται προς πώληση. Γι αυτό πρέπει να κινηθούμε οργανωμένα. Δύο είναι οι φάσεις της οργάνωσής μας: στην πρώτη φάση ξεκαθαρίζομε και καταγράφομε ακριβώς τα προσόντα και το χαρακτήρα που θέλομε να έχει το λαγόσκυλο που ψάχνομε, και στη δεύτερη φάση αρχίζομε την έρευνα.
Αν λάβομε υπ’ όψη μας ότι ένα λαγόσκυλο στην καλλίτερη περίπτωση μόλις κατά το 5,5% της χρονικής διάρκειας ενός έτους βρίσκεται στον κυνηγότοπο και κατά το 94,5% παραμένει στο σπίτι μας δεμένο, τότε θα καταλάβομε γιατί πρέπει να καταγράφομε πρώτα τις συνήθειες και το χαρακτήρα που θέλομε να έχει, και στη συνέχεια τα ιδιαίτερα κυνηγετικά του προσόντα. Μας ενδιαφέρει λοιπόν να είναι γενικά ήρεμος χαρακτήρας και να έχει καλές συνήθειες όπως: να μη γαυγίζει ή να κλαίει χωρίς λόγο (π.χ. πανσέληνος), να μην κατουράει στο αυτοκίνητο ή σε οποιοδήποτε σημείο του σκυλόσπιτου (έχω δει κάποια σκυλιά να κατουράνε μέσα στην κυρίως φωλιά τους!), να μην πειράζει οικόσιτα ή άλλα ήμερα ζώα, να μη μαλώνει με οποιοδήποτε άλλο σκυλί χωρίς σπουδαίο λόγο, να υπακούει άμεσα στις βασικές εντολές και ιδιαίτερα στο κάλεσμα «έλα», να μην είναι επιθετικό σε ανθρώπους και ιδίως σε παιδιά, να «γνωρίζει αφεντικό» και να μην ακολουθά τον οποιονδήποτε, να μην τρώει μεζέ που θα του δώσει κάποιος άγνωστος, να μην έχει την τάση να τρώει ψοφίμια κ.λπ.
Όσον αφορά τα κυνηγετικά του προσόντα και τις συνήθειές του στο κυνήγι, αυτά θα εξαρτηθούν αποκλειστικά από τη μορφή και τις κλιματολογικές συνθήκες των κυνηγότοπων που το προορίζομε και από τον τρόπο που εμείς κυνηγούμε το λαγό. Τρεις είναι οι τρόποι που συνήθως κυνηγούμε το λαγό:

1. Το απόλυτο καρτέρι. Ο λαγοκυνηγός πιάνει ένα καλό καρτέρι και συνήθως δεν το αλλάζει καθόλου μέχρι το τέλος της ημέρας. Το λαγόσκυλο ερευνά σε μεγάλες αποστάσεις μακριά από το λαγοκυνηγό, ξεσηκώνει το λαγό και με την πολύωρη καταδίωξη ενδέχεται αυτός να περάσει από το καρτέρι του λαγοκυνηγού.
2. Κοντά στα λαγόσκυλα (καβάλα). Γίνεται με κοντινά εναλλασσόμενα καρτέρια ανάλογα με την εξέλιξη της ιχνηλασίας.
3. Ψάξιμο μαζί με το λαγόσκυλο. Ο λαγοκυνηγός δηλαδή είναι και ιχνηλάτης που ψάχνει μαζί με το λαγόσκυλο και ξεσηκώνει πολλούς λαγούς. Ο τρόπος αυτός είναι σχεδόν άγνωστος για τους λαγοκυνηγούς της ηπειρωτικής αλλά πολύ συνηθισμένος για τους λαγοκυνηγούς της νησιωτικής Ελλάδας.

Τρεις επίσης είναι οι κύριες μορφές κυνηγότοπων:
1. Αυτοί που καλύπτονται από πολύ πυκνή βλάστηση (αδιαπέραστα ή πυκνά δάση), τα πυκνά όπως λέμε. Εμείς, είτε δεν μπορούμε να κινηθούμε μέσα σ’ αυτούς, είτε το αποφεύγομε γιατί δεν υπάρχουν ανοιχτά σημεία με ορατότητα στα οποία μπορούμε να δούμε το λαγό και να τον πυροβολήσομε. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της εξόρμησης δεν έχομε οπτική επαφή με τα λαγόσκυλα και το μόνο που ακούμε είναι οι φωνές τους. Είναι λογικό ότι ο μόνος τρόπος κυνηγιού που ταιριάζει στους κυνηγότοπους αυτούς είναι το απόλυτο καρτέρι.
2. Όλες οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, τα καλλιεργήσιμα εδάφη, οι πρόποδες βουνών και τα χωματοβούνια με χαμηλή θαμνώδη ή φρυγανώδη βλάστηση, επίσης πέτρα με πουρνάρι, αραιό έλατο - κέδρο, ασπάλαθος και γενικά όλοι οι σχετικά εύκολοι και βατοί κυνηγότοποι που συνηθίζομε να τους λέμε ανοιχτούς κυνηγότοπους ή ανοιχτά. Η ελευθερία κινήσεων είναι το κύριο χαρακτηριστικό των κυνηγότοπων αυτών και μας δίνεται η δυνατότητα να κυνηγήσομε με οποιονδήποτε τρόπο θέλομε.
3. Οι απότομες, δύσβατες, ξηρές και άγονες ή με λίγη βλάστηση, πλαγιές και κορυφές βουνών, πετρώδης κυρίως με γκρεμούς, τα πετρώδη όπως λέμε ή πέτρα. Είναι κι αυτή μια μορφή ανοιχτού κυνηγότοπου, αλλά παρουσιάζει πολύ μεγάλες δυσκολίες στην ιχνηλασία και στην καταδίωξη των λαγόσκυλων, αλλά και στην κίνηση του λαγοκυνηγού. Αποτελεί, μπορούμε να πούμε, μια ειδική μορφή κυνηγότοπου. Από τη φύση τους οι κυνηγότοποι αυτοί καθορίζουν ένα τρόπο λαγοκυνηγιού που είναι συνδυασμός του τρόπου κοντά στα σκυλιά (εναλλασσόμενου κοντινού καρτεριού με οπτική επαφή με το λαγόσκυλο) και του ψαξίματος μαζί με το λαγόσκυλο.

Ανάλογα λοιπόν με τον τρόπο κυνηγιού που κάνομε και τη μορφή το κλίμα των κυνηγότοπων που συνήθως κυνηγούμε, θα προχωρήσομε στην καταγραφή των προσόντων που πρέπει να έχει το λαγόσκυλο που ψάχνομε.
Κάτι που πρέπει να προσέξομε ιδιαίτερα, είναι το να μην ψάχνομε συγκεκριμένα κυνηγετικά προσόντα σε κάποιο λαγόσκυλο που από τη φύση του δεν έχει. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να ψάχνομε λαγόσκυλο με μεγάλη έρευνα και καταδίωξη για τα πολύ πυκνά κυνηγοτόπια που θα κυνηγήσομε με απόλυτο καρτέρι και να δοκιμάζομε π.χ. Κρητικούς Ιχνηλάτες. Το καλύτερο λοιπόν που έχομε να κάνομε, είναι να μελετήσομε τον τρόπο εργασίας που παρουσιάζουν σταθερά κάποιες ράτσες λαγόσκυλων και, ανάλογα, να κατασταλάξομε σε κάποια από αυτές.
Ράτσες λαγόσκυλων υπάρχουν πολλές. Η καθεμιά από αυτές αναπτύχθηκε σε συγκεκριμένη περιοχή. Το να εξελιχθεί μια ράτσα σε κάποια περιοχή σημαίνει ότι έχει εξειδίκευση στις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής αυτής. Δεν είναι τυχαίο που ο Κρητικός Ιχνηλάτης εξελίχθηκε στα ξεροκατσάβραχα της Κρήτης, το Ταζί στους ξερότοπους της Ασίας και Ρόδου, ο Γκέκας στα ποικιλόμορφα και μάλλον δύσβατα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας, το Ιστριακό σεγκούτσι (κοντότριχος ιχνηλάτης της Ιστρίας) στα ξηρά και πέτρινα εδάφη της Ιστρίας, το Σεγκούτσι στα μαλακά εδάφη της Ιταλίας, άλλες ράτσες στις απέραντες πεδινές εκτάσεις της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης κ.λπ. Σαν γενικό κανόνα λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι πάντα πρέπει να προτιμούμε ράτσες που εξελίχθηκαν σε περιοχές ίδιας περίπου μορφολογίας με τους τόπους που κυνηγούμε εμείς.
Πρέπει επίσης να οργανώσομε κάποιο ερωτηματολόγιο που θα το απευθύνομε στον κάτοχο του προς πώληση λαγόσκυλου, όχι γιατί έτσι θα βρούμε αυτό που θέλομε αλλά, επειδή δεν είναι εφικτό να «δοκιμάσομε» όλα τα λαγόσκυλα που πωλούνται, τουλάχιστον θα αποκλείσομε κάποια από αυτά κι έτσι θα μειωθεί ο χρόνος που τελικά θα διαθέσομε για τη δουλειά αυτή.
Δεν πρέπει να λέμε στον πωλητή ποια προσόντα θέλομε να έχει το λαγόσκυλο που ψάχνομε, αλλά να υποβάλομε εμείς πρώτοι κάποιες ερωτήσεις. Μπορούμε να ρωτάμε το λόγο που πουλιέται το λαγόσκυλο αυτό, το φύλο του, αν είναι καθαρόαιμο ή αν δεν είναι από ποιες διασταυρώσεις προέρχεται, να ζητάμε να μας περιγράψει τον τρόπο εργασίας, αν είναι κοντινό στην ιχνηλασία ή όχι, αν έχει μεγάλη καταδίωξη ή όχι, αν φωνάζει και πόσο στην ιχνηλασία και στην καταδίωξη, σε τι είδους κυνηγότοπους κυνηγούσε μέχρι σήμερα, σε ποια εδάφη ξεφωλιάζει πιο εύκολα λαγούς, αν έχει κάποιο χούι κ.λπ. Θα πρέπει επίσης πριν το δοκιμάσομε να ζητήσομε να το δούμε στο χώρο του. Να δούμε πως συμπεριφέρεται στο σπιτάκι του, την καθαριότητά του, να ζητάμε να δούμε το βιβλιάριο υγείας του κ.λπ.
Τέλος οι δοκιμές του λαγόσκυλου θα πρέπει να γίνονται σε κυνηγότοπους που εμείς κυνηγούμε και τους ξέρομε καλά. Πρέπει επίσης να είναι ίδιας μορφολογίας με αυτούς που θα χρησιμοποιήσομε το λαγόσκυλο και η δοκιμή να γίνει στις ίδιες συνθήκες με αυτές που κυνηγούμε π.χ. αν κυνηγούμε κοντά στο λαγόσκυλο και σε πετρότοπους, θα κάνομε τη δοκιμή κυνηγώντας κοντά στο λαγόσκυλο που μας πουλούν και μάλιστα σε δύσβατο πετρότοπο. Θα προσέξομε ιδιαίτερα για να δούμε αν πειράζει αιγοπρόβατα ή αν πηγαίνει στην αλεπού.

Το λαγόσκυλο του πυκνού.
Για το κυνήγι με απόλυτο καρτέρι στα πολύ πυκνά, θα αναζητήσομε ιχνηλάτη με ανάλογα προσόντα. Πρέπει αρχικά να έχει μεγάλο κύκλο έρευνας κι εφόσον βρει ντορό να μπορεί να κάνει μακρινή ιχνηλασία.
Ήδη θα έχομε ρωτήσει τον πωλητή να μας πει αναλυτικά τον τρόπο που ιχνηλατεί και ξεφωλιάζει και, κάθε φορά που πυκνώνουν οι φωνές της ιχνηλασίας ή αλλάζει η χροιά τους, θα του ζητάμε να μας λέει τι σημαίνει αυτό. Έτσι θα μπορέσομε να καταλάβομε αν «καβαλάει» εύκολα τους λαγούς. Π.χ. σε κάποιο σημείο πυκνώνουν και γίνονται επίμονες οι φωνές της ιχνηλασίας. Αν τότε τον ρωτήσομε και μας απαντήσει ότι «βρίσκεται πολύ κοντά στο λαγό», θα προσέξομε αν τελικά κάνει ξεφώλιασμα ή όχι. Δεν μπορεί δηλ. εκεί που φαίνεται ότι τον ψάχνει «ζεστά» να μην τον ξεφωλιάζει, αλλά μετά από λίγη ώρα να τον παρατά κι αφού να απομακρυνθεί πολύ από το σημείο αυτό να ξεκινά την ιχνηλασία άλλου λαγού. Αυτό σημαίνει ότι τον «καβάλησε». Γενικά στα πυκνά, επειδή επικρατούν σχεδόν πάντα πολύ καλλίτερες συνθήκες ιχνηλασίας και ο λαγός πιάνει (γιατακιάζει) επιπόλαια, το λαγόσκυλο δεν πρέπει να δυσκολεύεται στο ξεφώλιασμα. Γι’ αυτό χωρίς δισταγμούς θα απορρίπτομε τους φλύαρους ιχνηλάτες.
Θα προσέξομε επίσης τον τρόπο που ξεφωλιάζει. Μας ενδιαφέρει να μην κωλυσιεργήσει πολύ στα τελευταία κόλπα πριν το γιατάκι, γιατί στα δάση ο λαγός συνηθίζει να μπροσαλεύει και δεν περιμένει το λαγόσκυλο να τον ξεσηκώσει δυναμικά. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ικανού λαγόσκυλου είναι ότι καταλαβαίνει έγκαιρα πότε μπαίνει στα τελευταία κόλπα του λαγού. Αμέσως τότε δε συνεχίζει, όπως θα περίμενε κανείς, να ιχνηλατεί για να φθάσει στο λαγό και να τον ξεσηκώσει δυναμικά, αλλά αφήνει την ιχνηλασία κι αρχίζει πολύ γρήγορα και συνεχώς «να κόβει αλώνια» (κυκλικές διαδρομές διαμέτρου 20 έως 30 μέτρα), προσπαθώντας να εντοπίσει τα ίχνη διαφυγής του λαγού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο «παίρνει από κοντά» το λαγό, τον ζορίζει και τον αναγκάζει να εκδηλώσει μια προβλέψιμη συμπεριφορά και να βγει γρήγορα στα καρτέρια.
Ένα άλλο σημαντικό πλεονέκτημα για την καταδίωξη που κατά τη γνώμη μου πρέπει να έχουν όλα τα λαγόσκυλα σε οποιονδήποτε τόπο κι αν κυνηγούν, είναι να καταλαβαίνουν πότε έχουν χάσει οριστικά το λαγό και να σταματούν την καταδίωξή του. Πρέπει επίσης, μετά την καταδίωξη, να ζητήσομε από τον πωλητή να το καλέσει κοντά του για να δούμε αν υπακούει άμεσα.

Το λαγόσκυλο των ανοιχτών
Για τους ανοιχτούς κυνηγότοπους μπορούμε να πούμε σε γενικές γραμμές ότι όλα τα λαγόσκυλα είναι κατάλληλα. Έτσι μάλλον θέμα γούστου είναι η επιλογή και η λέξη που περισσότερο μετράει είναι η «αποτελεσματικότητα».
Κάποιοι ιχνηλάτες είναι γρηγορότεροι από κάποιους άλλους στην ιχνηλασία. Αν αυτοί είναι και γρήγοροι ξεσηκωτές, τότε είναι σίγουρο ότι θα απολαμβάνομε ανεπανάληπτα ξεφωλιάσματα. Η γρηγοράδα επίσης στην καταδίωξη εκτός του ότι προκαλεί ρίγη συγκίνησης, θα υποχρεώσει το λαγό να εγκαταλείψει τις πολλές κοροϊδίες και να βγει γρήγορα στα καρτέρια. Θα είναι επίσης ευκολότερο για το λαγοκυνηγό να προβλέψει περισσότερο σωστά τα καρτέρια.
Η αργή αλλά σταθερή ιχνηλασία, όταν μάλιστα συνδυάζεται από καλής χροιάς φωνές, έχει «σασπένς». Το αργό ξεφώλιασμα προμηνύει σχεδόν σίγουρο μπροσάλεμα (σύρσιμο) του λαγού και θέτει τις προϋποθέσεις για μια προβληματική καταδίωξη. Τέλος, η αργή καταδίωξη κάνει πιο προσεχτικό το λαγοκυνηγό αλλά πιο απρόσεχτο το λαγό. Έτσι, ο λαγός, μπορεί να κοροϊδεύει το λαγόσκυλο και ίσως να μη βγει καθόλου σε καλό καρτέρι, αλλά αν ο λαγοκυνηγός καταφέρει να πιάσει καλό πόστο καρτεριού κοντά στο γιατάκι που ξεσηκώθηκε και παραμείνει ακίνητος, είναι σχεδόν σίγουρο ότι μόνος του θα μπει «μέσα στο σακίδιο» γιατί όπως είπαμε θα είναι πολύ απρόσεχτος.

Το λαγόσκυλο της πέτρας.
Η ειδική μορφή κυνηγότοπων απαιτεί και λαγόσκυλα με εξειδικευμένα προσόντα. Σαν κανόνα μπορώ να πω ότι το λαγόσκυλο που «βιδώνει» πολύ στο ντορό (κολλά τη μύτη του στο έδαφος και ιχνηλατεί μανιωδώς, είναι πολύ ντοριάρικο) δεν ενδείκνυται για τους ξερούς και δύσκολους κυνηγότοπους αυτούς. Στο 80% των εξορμήσεών μας θα βρούμε δυσμενείς συνθήκες ιχνηλασίας. Αν λοιπόν το λαγόσκυλο δεν έχει την τάση να κάνει ανεμιστό ή ακόμα και τυφλό ψαχτήρι σε κάθε περίπτωση που δυσκολεύεται, δε θα μπορέσει να ξεσηκώσει εύκολα λαγό (ανεμιστά: σημαίνει ότι καταλαβαίνει ότι κάπου κοντά είναι ο λαγός αλλά δεν μπορεί να ακολουθήσει βήμα προς βήμα τα ίχνη του. Έτσι ιχνηλατεί σε κομμάτια που βρίσκει οσμή και μετά ψάχνει τυφλά να βρει τη συνέχεια).
Κατά τη γνώμη μου, για τους κυνηγότοπους αυτούς, πρέπει να αποκλείονται οι ράτσες που έχουν εξελιχθεί σε πεδινές εκτάσεις και που δεν έχουν ανάλογα σωματικά προσόντα (ψηλόσωμα και σβέλτα σκυλιά). Τα λαγόσκυλα που θα δοκιμάσομε πρέπει να έχουν γεννηθεί σε τέτοιες περιοχές και να κυνηγούσαν πάντα σ’ αυτές.
Επειδή οι δοκιμές γίνονται συνήθως την Άνοιξη και αρχές Καλοκαιριού, που επικρατεί πολύ υγρασία και γενικά είναι η καλλίτερη εποχή για ιχνηλασία, καλό θα είναι να ζητούμε από τον πωλητή να κάνομε τη δοκιμή τις μεταμεσημβρινές ώρες (από τις 2:00μμ και μετά). Έτσι θα αναγκαστεί το δοκιμαζόμενο λαγόσκυλο να αποκαλύψει άμεσα τα χαρίσματα ή τα μειονεκτήματά του.

Μάρτιος 06
Μανούσος Χαλκιαδάκης