Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
(Το παρακάτω κείμενο είναι άρθρο του συγγραφέα το οποίο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου «Το Κυνήγι Του Λαγού»).

Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr

Ο λαγός μόλις σουρουπώσει εγκαταλείπει το γιατάκι του και αρχίζει τη νυχτερινή του περιπολία για να φάει, να θηλάσει, να παίξει και να ζευγαρώσει. Τα ξημερώματα επιστρέφει πίσω στην περιοχή του για να καθίσει πάλι είτε στο ίδιο γιατάκι που καθόταν την προηγούμενη μέρα, είτε σε κάποιο νέο. Εκεί θα παραμείνει ακίνητος όλη τη μέρα και το επόμενο σούρουπο θα ξεκινήσει πάλι για τη νέα νυχτερινή του περιπολία.
Γνωρίζει πολύ καλά ότι κατά τη διάρκεια της μέρας οι εχθροί του θα προσπαθήσουν να ακολουθήσουν τη μυρωδιά των βημάτων του για να τον ξεφωλιάσουν ή να τον αρπάξουν μέσα στο γιατάκι του. Το γεγονός αυτό δεν τον φοβίζει, αλλά ενστικτωδώς το εκμεταλλεύεται θετικά για να τους παραπλανήσει. Έτσι λοιπόν τα ξημερώματα που πλησιάζει στο γιατάκι που θέλει να καθίσει (να σημειωθεί ότι έχει ήδη προεπιλέξει το γιατάκι που θα καθίσει), αρχίζει να κάνει μια σειρά από πολύπλοκα τεχνάσματα που απώτερο σκοπό έχουν να μπερδέψουν τους εχθρούς του για να μην καταφέρουν αυτοί να φθάσουν στο γιατάκι του. Τα τεχνάσματα αυτά είναι πολλές διπλές ή πολλαπλές διαδρομές, ψέματα (προσποιήσεις καθίσματος), σταυρώματα, μεγάλα σάλτα και πολύ μικρά βηματάκια, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς και αναλύονται στο βιβλίο "Το Κυνήγι Του Λαγού" σε ειδικό κεφάλαιο με την ονομασία διαδρομή καθίσματος.
Η πολυπλοκότητα των τεχνασμάτων αυτής της διαδρομής καθίσματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι η μορφολογία του εδάφους του κυνηγότοπου κυρίως ως προς τη βλάστηση. Θα αναφερθώ στον παράγοντα αυτό γιατί παίζει καθοριστικό ρόλο στο λαγοκυνήγι και συγκεκριμένα στη συμπεριφορά που θα εκδηλώσει ο λαγός κατά τις φάσεις του ξεφωλιάσματος και της καταδίωξης. Κατ' επέκταση, επειδή το λαγόσκυλο υποχρεωτικά ακολουθεί τα ίχνη του λαγού ως το μοναδικό δρόμο που οδηγεί σ' αυτόν, πρέπει να έχει την ικανότητα και την κατάλληλη εκπαίδευση για να προσαρμόζεται ανάλογα και πολύ γρήγορα στις διαφοροποιήσεις αυτές. Όσο λοιπόν γρηγορότερα μαντέψει τη συμπεριφορά που θα εκδηλώσει ο λαγός, τόσο λιγότερες πιθανότητες διαφυγής θα του δώσει, γιατί ο λαγός δε θα έχει το περιθώριο χρόνου να δράσει. Επειδή υπάρχει μεγάλη ποικιλομορφία στη μορφολογία του εδάφους των κυνηγότοπων (πουρνάρι, πέτρα, έλατο - κέδρο, αφάνες, αδιαπέραστα πυκνά, κουμαριές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις κ.λπ.) άρα και στην πολυπλοκότητα της διαδρομής καθίσματος του λαγού, θα αναφερθώ στις δύο ακραίες περιπτώσεις μορφολογίας κυνηγότοπων: πολύ πυκνού και δασώδους κυνηγότοπου χωρίς καμία ορατότητα και του πολύ ανοιχτού και πετρώδους κυνηγότοπου.
Ένας λαγός που γιατακιάζει μέσα σε μια μεγάλη δασώδη περιοχή, σε σχέση με κάποιον άλλο που γιατακιάζει στον ανοιχτό κυνηγότοπο, αισθάνεται περισσότερο ασφαλής μόλις ξεσηκωθεί παρά όσο κάθεται στο γιατάκι του, γιατί το πυκνό θα του παρέχει κάλυψη και, κατά το φευγιό του, δε θα εκτεθεί άμεσα στα μάτια των εχθρών του. Το γεγονός αυτό ενστικτωδώς τον κάνει περισσότερο επιπόλαιο και απρόσεκτο. Έτσι, τα γιατάκια που χρησιμοποιεί είναι περισσότερο πρόχειρα και τα αλλάζει με μεγαλύτερη ευκολία, και τα τεχνάσματα της διαδρομής καθίσματος είναι λιγότερα και πιο απλά. Επίσης στο πυκνό επικρατούν ευνοϊκότερες συνθήκες ιχνηλασίας και τα λαγόσκυλα που χρησιμοποιούνται εκεί, συνήθως φωνάζουν πολύ έντονα στην ιχνηλασία. Ο λαγός λοιπόν κατά πρώτον ξέρει ότι δεν έλαβε καλά τα "μέτρα του" πριν μπει στο γιατάκι του και κατά δεύτερον ακούει τα λαγόσκυλα να τον πλησιάζουν σταθερά και γρήγορα. Όλα αυτά του δημιουργούν περισσότερη ανασφάλεια γιατί καταλαβαίνει ότι το δυναμικό του ξεφώλιασμα από τα λαγόσκυλα είναι θέμα λίγου χρόνου. Αν όμως ξεσηκωθεί θα αισθάνεται περισσότερο ασφαλής γιατί πιστεύει στον εαυτό του ότι, με τα τεχνάσματα διαφυγής που θα εφαρμόσει, θα βγει νικητής (γενικά είναι ζώο με πολύ μεγάλη αυτοπεποίθηση). Από τη στιγμή λοιπόν που θα πιστέψει ότι τα λαγόσκυλα θα φθάσουν στο γιατάκι του, όσο πιο γρήγορα μπροσαλέψει (ξεσύρει) από τα λαγόσκυλα, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να γλυτώσει.
Κατά κανόνα λοιπόν ο λαγός του πυκνού μπροσαλεύει από τα λαγόσκυλα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα λαγόσκυλα φθάνουν στο άδειο γιατάκι μετά από δέκα ή και περισσότερα λεπτά της ώρας αφού μπροσάλεψε ο λαγός. Αμεσα αυτό προϋποθέτει μια δύσκολη καταδίωξη γιατί ο λαγός, αφού απομακρυνθεί, έχει το χρόνο υπέρ του και αρχίζει να κάνει πολλά και συνεχόμενα τεχνάσματα διαφυγής παρόμοια με αυτά της διαδρομής καθίσματος, με αποτέλεσμα τα λαγόσκυλα να καθυστερούν, να κουράζονται και τα ίχνη διαφυγής να "παλιώνουν". Έτσι λοιπόν τον ακολουθούν από μακριά και δεν μπορούν να τον "ζορίσουν" για να ακολουθήσει γνωστές πορείες που οδηγούν στα καρτέρια των λαγοκυνηγών.
Το σημείο κλειδί στην ιχνηλασία του λαγόσκυλου είναι να καταλάβει έγκαιρα πότε μπαίνει στα τελευταία κόλπα του λαγού και να εφαρμόσει μια ανορθόδοξη θεωρητικά, αλλά πρακτικά πολύ αποτελεσματική τεχνική. Δε συνεχίζει, όπως θα περίμενε κανείς, να ιχνηλατεί για να φθάσει στο λαγό και να τον ξεσηκώσει, αλλά αφήνει την ιχνηλασία κι αρχίζει πολύ γρήγορα "να κόβει αλώνια" (συνεχείς κυκλικές πορείες διαμέτρου 20 έως 30 μέτρων), προσπαθώντας να εντοπίσει τα ίχνη διαφυγής του λαγού. Κατ' αυτόν τον τρόπο "παίρνει από κοντά" το λαγό, τον ζορίζει και τον αναγκάζει να εκδηλώσει μια προβλέψιμη συμπεριφορά ούτως ώστε ο λαγοκυνηγός να επιλέξει εγκαίρως το σωστό πόστο καρτεριού.
Αντίθετα ένας λαγός που γιατακιάζει στον ανοιχτό και πετρώδη κυνηγότοπο ξέρει ότι αν κατά τη διάρκεια της μέρας καταφέρουν οι εχθροί του να τον ξεσηκώσουν από το γιατάκι του, εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο γιατί αυτοί έχουν άμεση οπτική επαφή μαζί του. Όσο περισσότερο ανοιχτός και με μικρή βλάστηση (πετρώδης) είναι ο κυνηγότοπος, τόσο ανασφαλής νοιώθει κατά το ξεσήκωμά του. Επικεντρώνει λοιπόν όλη τη μαεστρία του για να επιλέξει τα πιο έξυπνα γιατάκια που δεν τα υποψιάζεται ανθρώπου νους και τα χρησιμοποιεί σχεδόν μόνιμα. Οι λαγοκυνηγοί των ανοιχτών τα λένε μαύρα γιατάκια, γιατί με τη μακρόχρονη τριβή του λαγού μέσα σ' αυτά, μαυρίζει οτιδήποτε ακουμπά, είτε πέτρες είτε κλαδάκια θάμνου. Το δε πάτωμα γίνεται "μαύρο τσιμέντο". Όσο για τα τεχνάσματα της διαδρομής καθίσματος; Θεϊκή έμπνευση έχουν. Ασύλληπτα για τον ανθρώπινο νου και οι μη έχοντες γνώση περί λαγοκυνηγιού τα χαρακτηρίζουν κυνηγετικές ψευτιές. Μπορεί, στα πετρώδη και κακοτράχαλα εδάφη, για μερικές δεκάδες μέτρα να πηδά από πέτρα σε πέτρα και να τρυπώνει απ' ευθείας μέσα στο γιατάκι του. Το δύσκολο έργο του λαγόσκυλου έρχονται πολλές φορές να αποτελειώσουν οι κακές συνθήκες ιχνηλασίας που συνήθως επικρατούν στα εδάφη αυτά. Όλα αυτά συνηγορούν στο να του προσδίδει το γιατάκι του μεγάλη σιγουριά. Λουφάζει μέσα σ' αυτό και γίνεται "ένα με τη γη". Τον κυριεύει ο στρουθοκαμηλισμός, κάνει πως δε βλέπει τον εχθρό του και νομίζει πως δεν τον βλέπει κι εκείνος! Στην άρνησή του να μπροσαλέψει συμβάλει και το γεγονός ότι στα ανοιχτά και ιδίως στα πετρώδη, ο συνήθης τρόπος κυνηγιού είναι κοντά (καβάλα) στα λαγόσκυλα. Έτσι, βλέποντας ότι είναι κυκλωμένος από ανθρώπους και σκυλιά, η επιλογή του είναι μονόδρομος: το "ρίχνει στην άρνηση" και παραμένει ακίνητος στο γιατάκι του. Πιστεύει ότι μέχρι την ύστατη στιγμή κάτι θα γίνει και θα τη γλυτώσει. Γι' αυτό πολλές φορές τον συλλαμβάνουν τα λαγόσκυλα μέσα σ' αυτό.
Κατά κανόνα λοιπόν ο λαγός των ανοιχτών δεν μπροσαλεύει αλλά περιμένει το λαγόσκυλο να τον ξεσηκώσει δυναμικά. Έτσι αν ο κυνηγότοπος είναι μαλακός και βατός, ένα μέτριο λαγόσκυλο σε καλές συνθήκες ιχνηλασίας δε θα αντιμετωπίσει ουσιαστικό πρόβλημα στο ξεσήκωμα. Αν όμως ο κυνηγότοπος είναι πετρώδης και δύσβατος, όσο καλές συνθήκες ιχνηλασίας και να επικρατούν, το λαγόσκυλο θα δυσκολευτεί πολύ στην ιχνηλασία των τελευταίων σάλτων που όπως ανάφερα παραπάνω ο λαγός τα κάνει πηδώντας από βράχο σε βράχο. Ο σκοπός του λαγού είναι να απελπίσει το λαγόσκυλο που δε θα βρίσκει διέξοδο στην ιχνηλασία του και να απορρίψει το σημείο αυτό πιστεύοντας ότι ο λαγός δεν είναι εκεί. Πράγματι, τις περισσότερες φορές πετυχαίνει το σκοπό του γιατί είτε το λαγόσκυλο πάνω στην απελπισία του ανοίγει τον κύκλο της έρευνάς του (κόβει αλώνι) κινδυνεύοντας να βρεθεί στα ίχνη άλλου λαγού και να τα ακολουθήσει, είτε ο κυνηγός μετακινείται παρασύροντας το λαγόσκυλο στο λάθος (στα πετρώδη κυνηγάμε κοντά στα σκυλιά και αυτά επηρεάζονται από την κίνησή μας).
Το σημείο κλειδί στην ιχνηλασία του αποτελεσματικού λαγόσκυλου στο σημείο αυτό, είναι να εφαρμόσει ξανά μια θεωρητικά ανορθόδοξη αλλά πρακτικά πολύ αποτελεσματική τεχνική, όπως και στην περίπτωση του πυκνού. Δεν κάνει το χατίρι του λαγού να καταπιαστεί με τα τελευταία κόλπα και σάλτα, αλλά αφήνει την ιχνηλασία κι αρχίζει με το κεφάλι ψηλά σαν πουλόσκυλο μια σιγανή, προσεκτική, εξονυχιστική έρευνα ψάχνοντας μεθοδικά κάθε σημείο του γύρω χώρου. Πάει "ανεμιστά" δηλαδή στα τελευταία μέτρα και τα λαγόσκυλα αυτά τα λέμε ξεσηκωτές.
Στα πετρώδη εδάφη των νοτίων περιοχών της Ελλάδας που τα βράχια καίνε σαν πυρακτωμένο σίδερο και κόβουν σα μαχαίρια, το πρώτο ζητούμενο σε ένα λαγόσκυλο είναι η τάση του για "ανεμιστό" ψάξιμο στα τελευταία "ζάλα" του λαγού.

Με βάση όλα τα παραπάνω, μπορεί εύκολα ο καθένας να καταλάβει το γιατί ένα λαγόσκυλο που έμαθε να κυνηγά στα πυκνά και που έχει προσόντα για τα εδάφη αυτά, είναι αναποτελεσματικό στους δύσκολους πετρότοπους και αντίστροφα.
Η διαφοροποίηση λοιπόν της τεχνικής του λαγόσκυλου ανάλογα με τη μορφολογία του κυνηγότοπου κατά ένα μεγάλο ποσοστό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα στο εργασιακό στυλ όλων των φυλών. Οι φυλές - ράτσες των λαγόσκυλων δημιουργήθηκαν από την ανάγκη για εξειδίκευση. Να καλύπτουν τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής.
Το ζητούμενο και ταυτόχρονα μεγάλο μυστικό για το λαγοκυνηγό είναι το πόσο σωστά θα εκτιμήσει τις ιδιαιτερότητες των περιοχών που κυνηγά και στη συνέχεια το πόσο σωστή επιλογή ράτσας λαγόσκυλου θα κάνει, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες των περιοχών αυτών.

Στο βιβλίο «Το Κυνήγι Του Λαγού» και στα κεφάλαια: «Καθορίζοντας τον τρόπο κυνηγίου» και «Επιλογή της ράτσας λαγόσκυλων», γίνεται εκτενής ανάλυση του τόσο σημαντικού θέματος αυτού και δίδεται η δυνατότητα στο λαγοκυνηγό να κάνει σωστά ένα πολύ μεγάλο βήμα που είναι ο καθορισμός του τρόπου κυνηγίου που του ταιριάζει και η σωστή επιλογή της ράτσας λαγόσκυλων.

Οκτώβρης 05
Μανούσος Χαλκιαδάκης