Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Το παρακάτω κείμενο είναι άρθρο του συγγραφέα το οποίο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου «Το Κυνήγι Του Λαγού».

Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr

«Αυτό που κρατώ στο χέρι μου είναι ζωντανό ή πεθαμένο;» ρώτησε την Πυθία του μαντείου ένας αρχαίος πονηρός Έλληνας θέλοντας να την ξεγελάσει και να τις αποδείξει ότι δεν έκανε σωστές προβλέψεις. Είχε το χέρι πίσω στην πλάτη του και στη φούχτα κράταγε ζωντανό ένα μικρό πουλάκι, με τέτοιο τρόπο ώστε το νύχι του μεγάλου δακτύλου ήταν έτοιμο με μια μικρή κίνηση να το πνίξει ακαριαία ή να το αφήσει ζωντανό, ανάλογα με την απάντηση της Πυθίας.
«Η απάντηση βρίσκεται στο χέρι σου!!!» ήταν ο χρησμός της Πυθίας...

Η έλξη του ανθρώπου για το κυνήγι είναι απόλυτα φυσιολογική γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ταυτισμένος μ αυτό. Για χιλιάδες χρόνια ζούσε σχεδόν αποκλειστικά από το κυνήγι. Κυνηγούσε για να τραφεί, να ντυθεί με τις προβιές, να διώξει τα θηρία από τις σπηλιές τους για να κατοικήσει...
Επιστημονικά μάλιστα, επικρατεί η άποψη ότι η συνεχής του προσπάθεια για πολλές χιλιετίες για να κατασκευάσει τα όπλα του και να βρει τεχνικές για τη θήρευση των θηραμάτων, ήταν η κύρια αιτία που ανέπτυξε εξελιγμένο εγκέφαλο και διαφοροποιήθηκε από τα φυτοφάγα ζώα.
Οι περισσότεροι από τους σημερινούς κυνηγούς, από μικρά παιδιά αφήσαμε αυτή την έλξη να μας συναρπάζει και ακολουθούσαμε τους πατεράδες μας στα κυνήγια τους. Όμως και οι ίδιοι μας παρότρυναν. Μας άρεσε η δράση του κυνηγιού, η περιπέτεια η απελευθέρωση της φαντασίας μας. Δεν υπάρχει καμιά εικόνα, καμιά φάση, καμιά λεπτομέρεια από τις πρώτες συναρπαστικές αυτές εμπειρίες μας που να έχουμε ξεχάσει. Μένουν και πάντα θα μένουν βαθειά χαραγμένες στη μνήμη μας και θα διατηρούνται ζωντανές όχι μόνο οι εικόνες, αλλά και οι ήχοι, ακόμα και οι μυρωδιές που τις συνόδευαν...
Ίσως να συντέλεσαν και τα πιο πλούσια κυνηγοτόπια της εποχής εκείνης, πάντως ήταν τόσο όμορφα και δυνατά τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις που ζήσαμε, που έγιναν αιτία να δεθούμε συναισθηματικά με το κυνήγι, το οποίο για πολλούς από εμάς έγινε τρόπος ζωής...
Ένα πράγμα είναι απόλυτα σίγουρο: για να αναπολείς τέτοιες στιγμές πρέπει πρώτα να τις έχεις βιώσει...

Τι να πρωτοθυμηθώ;
... Μια ανακατωσούρα... τα σκυλιά να φωνάζουν, το λαγό να τρέχει σαν ένα κομμάτι έγχρωμου ανέμου, τον πυροβολισμό, τον πατέρα μου να μου λέει «έπεσε - έπεσε τρέξε να τον πάρεις»... Με τα κοντά παντελονάκια να τρέχω μέσα στους ασπαλάθους και τις αφάνες... Τα δάχτυλα μου να αγγίζουν στα δόντια των σκυλιών... Μ άρεσε που το καταλάβαιναν και δε με δάγκωναν... Μετά από λίγο βλέποντας τα ματωμένα πόδια μου από τα γδαρσίματα θυμόμουνα πως είχα σκοντάψει στα κατσάβραχα και είχα πέσει πάνω στους ασπαλάθους με τα σκληρά αγκάθια...
Μ έστελναν να ψάξω σημεία που κρατούσαν λαγό, σκόπιμα γιατί ήξεραν ότι μου άρεσε το ξεπέταγμα του λαγού από το γιατάκι του: «Πήγαινε να ψάξεις καλά εκείνο το ξετρύπι», «εκείνον τον ασπάλαθο»... «Ακούς τις πέρδικες εκεί πάνω στα χαράκια; Τρέξε να τις καταβάσεις»... «Κρέμασε τα πόδια η πέρδικα, κοίταξε που θα πέσει και τρέξε να την πάρεις»... Τα μουσκεμένα από τον ιδρώτα ρούχα μου που στέγνωναν και βαφόταν άσπρα, κάτασπρα...
Τη χαρά μου όταν για πρώτη φορά έβλεπα ζωντανά μπροστά μου τα ζώα, τα πετούμενα και τα φυτά που έδειχναν οι εικόνες των μαθητικών μου βιβλίων...
Καθόμαστε στις δροσερές πηγές για να φάμε λόγο ψωμί με ελιές... όμως εκείνη την ώρα τα σκυλιά ξεφώλιαζαν το λαγό...
Τα θηράματα μοιραζόταν ακριβώς σε ίσα μέρη: ένας λαγός ήταν ίσος με τρεις πέρδικες. Αν έπρεπε να μοιραστεί ένας λαγός αυτό γινόταν περνώντας ένα σκληρό σύρμα κατά μήκος του νωτιαίου μυελού με τέτοιο τρόπο ώστε η κεφαλή έμενε στο ένα μέρος και τα συκώτια στο άλλο. Το ίδιο γινόταν αν κάποιος άλλος κυνηγός σκότωνε λαγό που έβγαλαν τα σκυλιά άλλης παρέας... «κεφαλή θέλεις ή συκώτια»; ρωτούσαν, και εγώ έκανα τον παραγγελιοδόχο... πάρε αυτό το μισό λαγό και πήγαινέ τον στον τάδε, πες του ότι το λαγό που του έφυγε το πρωί τον πιάσαμε εμείς...
Τις ονομασίες των κυνηγότοπων... το κάθε δέντρο, η κάθε πηγή, το κάθε χαράκι, η κάθε γωνιά του εδάφους είχε κι άλλο όνομα... κάθε είκοσι - τριάντα μέτρα κι άλλο όνομα... πόσο μ άρεσε να τα ακούω και να τα λέω... να ακούω διηγήσεις παλιών κυνηγών και νοερά να τις ζω σα να ήμουν εκεί...
Τις συναντήσεις μας με τους κτηνοτρόφους... πάντα με τον καλό λόγο, το σεβασμό, με τα αστεία, παρά τα πολυπληθή κοπάδια των αιγοπροβάτων της εποχής...
Τη χαρά μου όταν ξεκινούσε να κυνηγά το κάθε μας κουτάβι, όταν έβγαζε τον πρώτο του λαγό, όταν έπιανε τον πρώτο του λαγό...
«Αν με πάρετε μαζί σας θα σας κουβαλώ τους λαγούς» έλεγα στον πατέρα και στο θείο μου παρακαλώντας τους να με πάρουν μαζί τους στο κυνήγι... Τα σημάδια στους ώμους μου από τα φαντά κορδόνια του βαρυφορτωμένου Κρητικού βουργιαλιού... Τη φωνή της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου που πάντα με υπερασπιζόταν: «μωρέ δε ντρέπεστε! Στο μικρό κοπέλι φορτώσατε τα κυνήγια!...
Τη μητέρα μου με μια βελόνα στο χέρι να προσπαθεί να μου βγάλει τα καρφωμένα αγκάθια από τα χέρια και τα πόδια μου...
Τα βράδια που ξενύχτησα αγωνιώντας μήπως και δε με ξυπνήσει ο πατέρας μου το πρωί για να πάω μαζί του στο κυνήγι...
Τη χαρά μου όταν με καλούσαν ο πατέρας μου και ο θείος ο Γιώργος να τους «στρίψω» τα φυσέκια που γέμιζαν με τα μετράδια από τον κομμένο κάλυκα του 36αριού με το συρμάτινο χερούλι... να καλυμπράρω και να καψουλώνω τους ριγμένους κάλυκες που γεμιζόταν πολλές φορές μέχρι να σκιστούν... Την αγωνία μου να μην τους φέρω γουρσουζιά γιατί δε θα ξαναζητούσαν τη βοήθειά μου...

Αργότερα σα νέος κυνηγός, τη φωνή του πατέρα μου:
«Ένα λαγό πιάσαμε, φτάνει, γιατί πάνε στράφι... εμείς θα κυνηγούμε κι αύριο»...
«Να μάθεις να χαίρεσαι επειδή κυνηγάς και να μη χαίρεσαι με τους αριθμούς!»...
«το λαγό θα τόνε βάζεις μέσα στο σάκο, δε χρειάζεται να τόνε δείχνεις»...
«Όταν θα περνάς από το λιβάδι με τις βρουλιές να δέσεις το σκύλο γιατί είναι ένας ετοιμόγεννος θηλυκός λαγός! τ ακούς, μην το ξεχάσεις!»...
«τα βλέπεις ετούτα τα σίρριζα φρεσκοκομμένα χοντρά βάτα; Είναι κοντά ετοιμόγεννος θηλυκός λαγός, φώναξε το σκύλο να τον δέσομε»...
«τα άδεια τουφέκια σκοτώνουν!»...
«μέχρι τον Ιούνη που θα ξεπετάξουν τα περδικάκια, δε θ αφήσομε σκύλο αμολυτό σε τούτο το περδικόπλαγο»...
«Το βλέπεις εκείνο το χαράκι... με την πρώτη ψιχάλα του Οκτώβρη εκεί θα κάτσει ο λαγός»... ...


Με τον τρόπο αυτό μάθαμε να κυνηγάμε. Έτσι παραλάβαμε την κουλτούρα του κυνηγιού από τους πατεράδες μας, όλοι εμείς που αποτελούμε τους σημερινούς κυνηγούς.
Καλούμαστε λοιπόν αυτήν την κουλτούρα όχι μόνο να τη διατηρήσομε, αλλά και να την παραδίνουμε σιγά - σιγά στα παιδιά μας που μας ακολουθούν στα κυνήγια μας και καταγράφουν στο υποσυνείδητό τους την κάθε μας ενέργεια... Να την παραδίνουμε μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε να εναρμονίζεται με την επάρκεια αγαθών που η εξέλιξη του ανθρώπου και της κοινωνίας έχει επιφέρει.
Οι καιροί αλλάζουν και μαζί τους ο σωματότυπος του ανθρώπου. Σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο ψηλοί και πιο χοντροί. Το θήραμα δεν αποτελεί βασική πηγή τροφής τουλάχιστον άμεσα. Αν για τους πατεράδες μας η έννοιες διαχείριση και προστασία του θηράματος ήταν καθημερινά στη σκέψη τους, τότε που οι λαγοί και οι πέρδικες δεν άφηναν σπαρτό να μεγαλώσει, στάρι να θεριστεί και μποστάνι να φυτρώσει, εμείς τι πρέπει να κάνουμε σήμερα; Τι πρέπει να παραδώσουμε στα παιδιά μας; Ας μας δουν να αφήσομε κάποιους λαγούς ατουφέκιστους. Ας πετάξουμε από τις φυσιγγιοθήκες μας τα magnum, ας μείνουν στα αζήτητα τα άκρως επικίνδυνα για το θήραμα και τον άνθρωπο φυσίγγια αποθαρρύνοντας έτσι και τις κερδοσκοπικές εταιρίες. Ας σκέπτονται αυτές το χρήμα κι εμείς την παράδοση...
Είναι χρέος όλων μας να πιέσουμε κάθε αρχή και να τη βοηθήσουμε στην καθολική πάταξη της νυχτολαθροθηρίας. Με κάθε τρόπο να πείσουμε τους γνωστούς - άγνωστους συνανθρώπους μας λαθροθήρες να σταματήσουν την παράνομη αυτή δραστηριότητά τους. Μην ξεχνάμε ότι ακόμα και τα άγρια σαρκοφάγα θηρία κυνηγούν μόνο για να ικανοποιήσουν την πείνα τους. Σε διαφορετική περίπτωση τα φυτοφάγα βόσκουν αμέριμνα δίπλα τους!!!

Δεν είναι όμως εύκολο ο σημερινός νέος να αγαπήσει από τη μια μέρα στην άλλη τη φύση και το κυνήγι. Πρέπει η επαφή του και μόνο με τη φύση να τον γεμίζουν συναισθηματικά. Πρέπει από μικρό παιδί να διδαχτεί από εμάς τις αναλλοίωτες αξίες της. Γιατί δυστυχώς σήμερα η παγκοσμιοποίηση προσπαθεί να αιχμαλωτίσει τους νέους στον ψεύτικο κόσμο της ύλης γενικότερα. Διδάσκει το έτοιμο το εύκολο, το δήθεν, αποσκοπώντας αποκλειστικά και μόνο στο κέρδος. Μέσα στις πόλεις, οτιδήποτε υπάρχει γύρω μας θυμίζει άνθρωπο, χρήμα, συμφέροντα, αβεβαιότητα, ευτελείς αξίες... Στη φύση απελευθερώνεται η φαντασία του ανθρώπου γιατί το μοναδικό πράγμα που του θυμίζει πολιτισμό είναι τα ρούχα του. Εκεί λοιπόν μέσα στο αναλλοίωτο «από κατασκευής κόσμου» φυσικό περιβάλλον, πρέπει να βρίσκονται τα παιδιά μας όσο γίνεται πιο συχνά. Εκεί θα ζυμωθούν με τον ιδρώτα τους, με τις εικόνες, τις μυρουδιές, θα μάθουν να κινούνται αρμονικά σαν ένα κομμάτι του, θα διδαχτούν τις αξίες του.
Οι αξίες αυτές θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη και μαζί με τα άλλα υλικά της μόρφωσης και της οικογενειακής - κοινωνικής παιδείας, θα χτιστεί η προσωπικότητά τους και θα αποτελέσουν τους αυριανούς ολοκληρωμένους οικογενειάρχες - πολίτες...

Αν λοιπόν θα μπορούσαμε σήμερα να ρωτήσουμε την Πυθία: «θα καταφέρουμε να παραδώσουμε την κυνηγετική μας κουλτούρα στα παιδιά μας»; αυτή θα μας απαντούσε: «Στο χέρι σας βρίσκεται η απάντηση!!!».

Νοέμβρης 06
Μανούσος Χαλκιαδάκης