Νέο βιβλίο
Πρόλογος
 
Ένα ολοκληρωμένο & μοναδικό βιβλίο για
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Μανούσος Χαλκιαδάκης

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Το παρακάτω κείμενο είναι άρθρο του συγγραφέα το οποίο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΝΟΦΟΛΙΑ και δεν αποτελεί ύλη του βιβλίου «Το Κυνήγι Του Λαγού».

Του Μανούσου Χαλκιαδάκη
www.lagokinigi.gr

Σήμερα τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζομε στον κυνηγότοπο οι Έλληνες λαγοκυνηγοί προέρχονται από την ανομοιογένεια και την «υπερμιγαδοποίηση» των λαγόσκυλων. Προβλήματα που, λόγω έλλειψης γνώσεων και ενημέρωσης, εθελοτυφλώντας τα διαιωνίζομε γιατί θέλομε να πιστεύομε στα απατηλά λόγια του καφενείου που μας κρατούν δέσμιους στον ψεύτικο κόσμο ενός μύθου περί μαγικών λαγόσκυλων «παντός εδάφους», αναδεικνύοντας έτσι την «μπασταρδοποίηση» των λαγόσκυλων σε Εθνικό σπόρ.
Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση στη μορφολογία των εδαφών της από οποιαδήποτε άλλη χώρα, παρά τη μικρή της έκταση. Από τα απέραντα δροσερά δάση μέχρι στους πύρινους ξερότοπους... Διαδοχικές εναλλαγές όλων των τύπων εδαφών και όλων των υψομέτρων. Κάμποι και πεδιάδες, χωματοβούνια και πετρότοποι, φαράγγια και γκρεμνά, βουνοκορφές και ακρογιαλιές...
Υπάρχουν πολλές περιοχές της χώρας μας που οι λαγοκυνηγοί μπορούν, χωρίς να διανύσουν πολλά χιλιόμετρα, να έχουν άμεση πρόσβαση σε πολλά και διαφορετικής μορφολογίας κυνηγοτόπια. Η ποικιλομορφία αυτή είναι εντονότερη στις νοτιότερες περιοχές. Στη νότια Πελοπόννησο και στην Κρήτη για παράδειγμα, ιδιαίτερα στη Δυτική Κρήτη, ακόμα και μέσα σε ένα συγκεκριμένο κυνηγότοπο αν βρεθεί ένας λαγοκυνηγός, μπορεί αν θελήσει να κυνηγήσει για ολόκληρη την ημέρα, μόνο σε πυκνό μέρος ή μόνο στο ανοιχτό ή μόνο σε πετρότοπο με γκρεμνά!
Όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις, δημιουργούν την ανάγκη για εξειδίκευση του λαγόσκυλου. Γιατί η μια ράτσα τα καταφέρνει καλλίτερα στην πέτρα, ή άλλη στα δάση, ή άλλη στους κάμπους η άλλη αντέχει περισσότερο στη δίψα και την ξηρασία, η άλλη υπερτερεί στο ξεφώλιασμα, η άλλη στην καταδίωξη κ.λπ. Δυστυχώς δεν υπάρχουν σκυλιά για όλα τα εδάφη και για όλους τους καιρούς. Η κάθε ράτσα, σε κάποια εδάφη θα υπερτερεί και σε κάποια άλλα θα μειονεκτεί.

Ο τρόπος εργασίας:
Είναι απόλυτα φυσιολογικό να προσπαθούμε όλοι οι λαγοκυνηγοί να αποκτήσομε αποτελεσματικά λαγόσκυλα για τη μορφολογία των κυνηγότοπων που κυνηγούμε. Όμως ο δρόμος που ακολουθούμε για να το πετύχομε αυτό, τις περισσότερες φορές είναι μεν θεωρητικά σωστός αλλά πρακτικά λάθος.
Οι περισσότεροι δηλ. από εμάς απλοϊκά σκεπτόμενοι, προσπαθούμε να έχομε μια ομάδα από διαφορετικές ράτσες λαγόσκυλα για να καλύπτει αποτελεσματικά οποιασδήποτε μορφής κυνηγότοπο. Πιστεύομε ότι μ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμε μια ομάδα ιχνηλατών «παντός εδάφους». Προσπαθούμε δηλ. να έχομε από ένα λαγόσκυλο που να έχει εξειδίκευση σε κάθε μορφής κυνηγότοπο. Για παράδειγμα, για τα πυκνά που απαιτούν ιχνηλάτες μακρινής ιχνηλασίας και μεγάλης καταδίωξης έχομε ένα-δυο Ελληνικούς ή Ευρωπαϊκούς ιχνηλάτες, για τους γυμνούς ξερότοπους και τα κατσάβραχα που απαιτούν ιχνηλάτες κοντινής ιχνηλασίας και καταδίωξης ένα-δυο Κρητικούς ιχνηλάτες, για τα δύσκολα ξεφωλιάσματα και τις κακές κυνηγομέρες χωρίς οσμές ένα μπασταρδεμένο ιχνηλάτη με πουλόσκυλο για να εντοπίζει απ' ευθείας το λαγό στο γιατάκι του κ.λπ. Έτσι βλέπομε μια ομάδα λαγόσκυλων να παρουσιάζει όχι μόνο ανομοιογένεια όσον αφορά τον τρόπο εργασίας της, αλλά κι όταν βγαίνουν όλα μαζί στον κυνηγότοπο σε μια κυνηγετική εξόρμηση, το κάθε λαγόσκυλο να τραβά το δικό του δρόμο με αποτέλεσμα ο λαγοκυνηγός να αδυνατεί να τα ελέγξει σωστά.
Θα αναφερθώ σε ένα πολύ συνηθισμένο παράδειγμα.
Έστω ότι κυνηγούμε με ένα λαγόσκυλο μακρινής ιχνηλασίας και με ένα κοντινό. Ένας λαγός (σχέδιο 1) αφού βόσκησε στο τελευταίο σημείο της νυχτερινής του βοσκής (σημείο Α), ξέκοψε και κινήθηκε ευθύγραμμα σε μια απόσταση περίπου 500 μέτρα, για να πλησιάσει την περιοχή του (σημείο Γ). Στη συνέχεια εφάρμοσε τα γνωστά τεχνάσματα της διαδρομής καθίσματος και κάθισε στο γιατάκι του. Το λαγόσκυλο μακρινής ιχνηλασίας ιχνηλατεί τώρα το ντορό της τελευταίας βοσκής. Σε λίγο, ξεκόβει ακολουθώντας τα ίχνη του λαγού για να διανύσει με τη σειρά του την απόσταση των 500μέτρων για να μπει στην περιοχή του λαγού. Στο μεσοδιάστημα της απόστασης αυτής διασταυρώνονται τα ίχνη του λαγού που ιχνηλατεί με τα «ζεστά» ίχνη της διαδρομής καθίσματος ενός άλλου λαγού (σημείο Β). Το λαγόσκυλο, όπως γνωρίζομε, δεν καβαλάει εύκολα το ντορό που ιχνηλατεί για να περάσει σε άλλο ντορό, παρά μόνο αν υπάρχει πολύ μεγάλη χρονική διαφορά μεταξύ τους. Πράγματι εδώ δεν υπάρχει μεγάλη χρονική διαφορά και δεν το «καβαλάει». Στη συνέχεια προχωρά, μπαίνει στην περιοχή του πρώτου λαγού και ιχνηλατεί τα πολύ ζεστά «διπλά» ίχνη του... Το άλλο «κοντινό» λαγόσκυλο, αρχικά πλησιάσει στον τόπο βοσκής, αλλά δεν ιχνηλατεί γιατί καταλαβαίνει ότι είναι «κρύο ντορό» βοσκής (τα «κοντινά» λαγόσκυλα δεν ιχνηλατούν ίχνη βοσκής). Στη συνέχεια, μαζί με εμάς, ακολουθεί το «μακρινό» λαγόσκυλο γιατί κι εμείς μετακινούμαστε ακολουθώντας το. Όμως λίγο παρακάτω που διασταυρώνονται τα ίχνη του πρώτου λαγού με τα «ζεστά» ίχνη του άλλου λαγού (σημείο Β), το «κοντινό» λαγόσκυλο θα αρχίσει να τα ιχνηλατεί!



Τώρα λοιπόν το κάθε ένα λαγόσκυλο ιχνηλατεί και από ένα διαφορετικό λαγό! Ας υποθέσομε ότι ο λαγοκυνηγός έχει τις γνώσεις και έχει καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει (γιατί μπορεί και να μην το καταλάβει, οπότε τα πάντα βαίνουν καλώς γι' αυτόν). Τι πρέπει όμως να κάνει; Ότι και να κάνει λοιπόν θα είναι λάθος γιατί δεν μπορεί να γίνει δυο κομμάτια για να παρακολουθήσει ταυτόχρονα και τα δύο σκυλιά, δεδομένου ότι η απόσταση μεταξύ των δύο λαγόσκυλων είναι μεγάλη και αν στηθεί σε μια ενδιάμεση θέση δε θα ελέγχει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν ο κυνηγός ακολουθήσει το «μακρινό» λαγόσκυλο στην ιχνηλασία του, τότε το «κοντινό» που θα βλέπει το αφεντικό του να απομακρύνεται θ' αναγκαστεί να παρατήσει το ντορό και να πάει κοντά του. Κατ' ανάγκη δηλαδή θα «καβαλήσει» το λαγό που ψάχνει. Αν παραμείνει κοντά στο «κοντινό» λαγόσκυλο τότε το άλλο, αν δε γυρίσει πίσω, θα συνεχίσει την ιχνηλασία του και έτσι σιγά-σιγά θα μάθει να κάνει του κεφαλιού του και να κυνηγά μόνο για τον εαυτό του. Το πρόβλημα λοιπόν είναι σοβαρό γιατί και τα λαγόσκυλα χαλάνε, και ο κυνηγός δε χαίρεται το κυνήγι του (μια Κρητική-λαϊκή ρήση λέει: «όποιος ζυγώνει δυο λαγούς κακό κυνήγι κάνει!»).

Οι φωνές της ιχνηλασίας:
Άλλο συνηθισμένο πρόβλημα που δημιουργείται από την ανομοιογένεια της ομάδας είναι οι φωνές κατά την ιχνηλασία.
Κατά κανόνα, όσο μεγαλύτερο κύκλο έρευνας (μακρινή ιχνηλασία από τα ίχνη βοσκής) παρουσιάζει μια ράτσα λαγόσκυλων, τόσο περισσότερο φωνάζει στο ντορό, και αντίστροφα όσο πιο μικρό κύκλο παρουσιάζει (κοντινή ιχνηλασία μόνο στα ίχνη της διαδρομής καθίσματος του λαγού, «πάτημα»), τόσο βουβή ιχνηλασία έχει. Γι' αυτό παρατηρούμε λαγόσκυλα μακρινής ιχνηλασίας που προέρχονται από πεδινές εκτάσεις της Ευρώπης π.χ. Μπλέ Γασκώνης, Αριέγης, Μπήγκλ κ.λπ. να έχουν πάρα πολλές και μακρόσυρτες φωνές σαν μουγκρητά. Άλλες ράτσες π.χ. Ελληνικός ιχνηλάτης, Τρίχρωμος Σερβικός, Ποσάβατς, Ιστάρσκι κ.λπ. να έχουν κανονικές και καθαρές φωνές. Τέλος παρατηρούμε όλοι οι ιχνηλάτες κοντινής ιχνηλασίας και καταδίωξης π.χ. Κρητικός ιχνηλάτης, Ροδιακό Ταζί κ.λπ. να μην έχουν καθόλου ή σχεδόν καθόλου φωνές κατά την ιχνηλασία.
Αν τυχαίνει κάποια από τα λαγόσκυλα της ομάδας να φωνάζουν στην ιχνηλασία και κάποια άλλα όχι, τότε αυτά που δε φωνάζουν, σχεδόν πάντα παρασύρονται από τα άλλα που φωνάζουν. Έτσι λοιπόν, αν αυτά που φωνάζουν έχουν αλάθητη ιχνηλασία και δεν «καβαλάνε» τους λαγούς, σπανίως δημιουργείται πρόβλημα. Αν όμως οι «φωνακλάδες» είναι φλύαροι ιχνηλάτες χωρίς αποτέλεσμα και μάλιστα «καβαλάνε» τους λαγούς, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλο γιατί παρασύρουν και τα άλλα στο «καβάλημα» του λαγού. Τότε χρειάζεται η άμεση παρέμβαση του λαγοκυνηγού.
Τις περισσότερες φορές (κυρίως στα ανώμαλα κι άγονα εδάφη) τα «κοντινά» λαγόσκυλα εξ' ορισμού κάνουν λιγότερα λάθη γιατί:
-Πρώτον, έχουν μικρότερες ταχύτητες στην ιχνηλασία, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση να μην αφήσουν πίσω τους το λαγό.
-Δεύτερον, ιχνηλατούν εκ φύσεως μόνο τα «διπλά» ίχνη της διαδρομής καθίσματος πράγμα που τα κρατά κοντά στο γιατάκι του λαγού και δεν είναι συνηθισμένο το να πάρουν παλιότερα ίχνη άλλου περαστικού λαγού και να ξεστρατίσουν (καβαλήσουν).
-Τρίτον, όσο πλησιάζουν κοντά στο γιατάκι του λαγού τόσο αθόρυβα κινούνται, πράγμα που κατά ένα ποσοστό επηρεάζει το λαγό στο να μη σύρει(μπροσαλέψει), κάνοντας έτσι δυναμικό ξεφώλιασμα και
-Τέταρτον, παρουσιάζουν κατά κανόνα περισσότερο «ανεμιστή» ιχνηλασία κατά το πλησίασμα στο λαγό (σηκώνουν τη μύτη τους όταν ιχνηλατούν τα τελευταία σάλτα του λαγού), πράγμα απαραίτητο στο δύσκολο ξεφώλιασμα.

Τα «κοντινά» λαγόσκυλα λοιπόν στα εδάφη αυτά είναι πιο αποτελεσματικά αφού κάνουν λιγότερα λάθη. Όμως ταυτόχρονα έχουν λίγες ή καθόλου φωνές στην ιχνηλασία και όπως είπαμε συνήθως παρασύρονται περισσότερο από τους «φωνακλάδες» στο λάθος να καβαλήσουν το λαγό.
Το ζητούμενο στις περιπτώσεις αυτές είναι να μπορέσομε να καταλάβομε (εντοπίσομε) το πρόβλημα (ποιος παρασύρει στο λάθος ποιόν) γιατί είναι αρκετά δύσκολο να καταλάβομε τι συμβαίνει. Στη συνέχεια βέβαια πρέπει να δούμε αν λύνεται και μάλιστα με ποιον τρόπο λύνεται το σοβαρό πρόβλημα αυτό...

Η ταχύτητα και οι φωνές της καταδίωξης:
Κατά τη φάση της καταδίωξης πολλές φορές παρατηρούμε ότι δημιουργούνται προβλήματα που έχουν σχέση με την ομοιογένεια της ομάδας των λαγόσκυλων.
Όσον αφορά την ταχύτητα, γνωρίζομε ότι υπάρχουν λαγόσκυλα που είναι πολύ γρήγορα στην καταδίωξη, κάποια άλλα είναι μέτριας ταχύτητας και κάποια άλλα είναι αργά.
Ποικίλουν επίσης και οι φωνές της καταδίωξης. Κάποια λαγόσκυλα κάνουν βουβή καταδίωξη. Κάποια άλλα φωνάζουν μόνο όταν «κρατούν τη φυγή» (βρίσκονται πάνω στα ίχνη διαφυγής του λαγού) και μάλιστα όσο πιο ζεστή η φυγή τόσο πιο συχνά και έντονα φωνάζουν. Άλλα πάλι φωνάζουν πάρα πολύ είτε «κρατούν τη φυγή» είτε βρίσκονται εκτός φυγής κ.λπ.
Έστω ότι (σχέδιο 2) ένας λαγός καταδιώκεται από δύο λαγόσκυλα από τα οποία το ένα είναι γρήγορο στην καταδίωξη με κανονικές φωνές και το άλλο είναι αργό με πολλές φωνές.



Ο λαγός «παίζει» για κάμποση ώρα σε μια «ντυμένη» περιοχή χωρίς ο λαγοκυνηγός να έχει ορατότητα. Σε κάποια φάση της καταδίωξης ο λαγοκυνηγός (που βρίσκεται στη θέση Α) ακούει το «αργό» λαγόσκυλο να φωνάζει έντονα στο σημείο Χ του κυνηγότοπου. Πρέπει λοιπόν με βάση το ακουστικό αυτό μήνυμα αμέσως να κινηθεί και να πιάσει θέση στο καρτέρι Χ1 που είναι το πιο πιθανό πέρασμα του λαγού. Ταυτόχρονα όμως ακούει και το «γρήγορο» να φωνάζει λιγότερο έντονα στο σημείο Ψ. Πρέπει όμως και με βάση αυτό το ακουστικό μήνυμα να κινηθεί αμέσως και να πιάσει θέση στο καρτέρι Ψ1, σαν το πιθανότερο πέρασμα του λαγού. Ποιο όμως λαγόσκυλο βρίσκεται πράγματι πιο κοντά στο λαγό; Το «γρήγορο» ή το «αργό»; Στην περίπτωση αυτή ο λαγοκυνηγός δεν έχει πολυτέλεια χρόνου για πολλές σκέψεις. Πρέπει να πάρει γρήγορα μια απόφαση και να κινηθεί άμεσα σε ένα από τα δυο καρτέρια, γιατί από τη θέση Α που βρίσκεται δεν μπορεί να τα καλύψει και τα δύο. Παίρνει λοιπόν στην τύχη μια απόφαση και αν είναι η σωστή όλα καλά, αν είναι η λάθος... πάει ο λαγός.

Άλλο πρόβλημα που δημιουργείται από την ανομοιομορφία των διωκτών της ίδιας ομάδας είναι η διαφορετική ταχύτητα καταδίωξης.
Υπάρχουν πολύ γρήγοροι διώκτες (Κρητικός Ιχνηλάτης) οι οποίοι όμως δεν έχουν μεγάλη διάρκεια στην καταδίωξη. Αναγκάζουν το λαγό να διανύει πολύ μεγάλες αποστάσεις κινούμενος με πολύ μεγάλες ταχύτητες και μάλιστα με συνεχόμενες αλλαγές πορείας και μικρούς κύκλους σε μια ύστατη προσπάθειά του να πάρει μέτρα από τους διώκτες του και να χάσουν την οπτική επαφή μαζί του. Στη συνέχεια, και αφού η οσμή της φυγής αρχίζει κάπως να παλιώνει, εγκαταλείπουν και γυρίζουν γρήγορα πίσω.
Αντίθετα οι αργοί αλλά σταθεροί διώκτες ακολουθώντας σιγά-σιγά το λαγό προσπαθούν να τον αναγκάσουν να κάνει ένα φυσιολογικό κύκλο και να γυρίσει προς το γιατάκι που καθόταν και φυσικά να πέσει στο καρτέρι του λαγοκυνηγού. Ο λαγός καταλαβαίνοντας την αργή ταχύτητα των διωκτών του, δεν αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες ούτε απομακρύνεται πολύ, αλλά κινείται αργά και απρόσεκτα κοντά στην περιοχή που ξεσηκώθηκε. Τους «παίζει» και συχνά πιάνει πρόχειρα. Έτσι τους δίνει τη δυνατότητα να τον ακολουθούν αργά μεν αλλά σταθερά.
Αν εμείς προσπαθήσομε να συνδυάσομε τους δύο αυτούς διώκτες (τον αργό και τον γρήγορο), τα αποτελέσματα θα είναι οδυνηρά: ο αργός διώκτης θα προσπαθεί να ακολουθήσει το λαγό, τον οποίο όμως προηγουμένως θα έχουν «ξορίσει» πολύ μακριά οι γρήγοροι διώκτες. Ο λαγός θα έχει κερδίσει πολύ μεγάλη απόσταση και πολύ χρόνο, που δύσκολα θα καταφέρει να καλύψει ο αργός διώκτης γιατί μέχρι να τον φτάσει τα ίχνη του θα έχουν σβήσει.

Η διάρκεια της καταδίωξης:
Η διάρκεια της καταδίωξης εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της κάθε ράτσας λαγόσκυλων και φυσικά από τη μορφολογία των εδαφών και τις κλιματολογικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η εκπαίδευση του λαγόσκυλου ως κουτάβι. Για παράδειγμα ένας Ελληνικός Ιχνηλάτης που μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε στους ξερότοπους των Νησιών, σίγουρα θα παρουσιάζει μικρότερης διάρκειας καταδίωξη από ένα άλλο που μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε στα δροσερά και «ντυμένα» κυνηγοτόπια της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Βασικό χαρακτηριστικό της ομοιογένειας μιας ομάδας λαγόσκυλων είναι να τελειώνουν ταυτόχρονα όλα μαζί την καταδίωξη. Κάποιοι ξεροκέφαλοι διώκτες επιμένουν χωρίς νόημα στην καταδίωξη για πολλές ώρες περιπλανώμενοι στους κυνηγότοπους τη στιγμή που όλες οι ενδείξεις μαρτυρούν για ένα χαμένο παιχνίδι επιστροφής του λαγού. Ένας έξυπνος διώκτης πρέπει να καταλαβαίνει πότε χάνεται αυτό το παιχνίδι και να επιστρέφει πίσω. Ένας διώκτης που επιμένει στην καταδίωξη τη στιγμή που οι άλλοι της ομάδας έχουν επιστρέψει, είναι χωρίς νόημα γιατί ακόμα και αν καταφέρει να «γυρίσει» το λαγό, το σίγουρο είναι ότι δεν θα τον δει κανείς. Εξάλλου δεν μπορούμε να περιμένουμε την επιστροφή του ενός διώκτη της ομάδας τη στιγμή που πριν δύο ώρες οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν και έχουν επιστρέψει.
Ένας φίλος είχε καλά μπάσταρδα λαγόσκυλα με καλή ιχνηλασία και καταδίωξη για τα δεδομένα της Κρήτης. Κυνηγούσε πάντα σε μια μικτή μορφολογικά περιοχή και ήξερε πολύ καλά τα περάσματα του λαγού. Τα σκυλιά του «γυρνούσαν τους λαγούς» και κατάφερνε να πιάνει πολλούς από αυτούς. Κάποιες φορές με κακές συνθήκες ιχνηλασίας καθώς επίσης σε δύσκολα εδάφη, αδυνατούσαν στο ξεφώλιασμα, παρά το γεγονός ότι πλησίαζαν πολύ κοντά στο λαγό. Για να δώσει λύση στο πρόβλημα του ξεφωλιάσματος, σκέφτηκε να εκπαιδεύσει ένα κούρτσχχααρ στο κυνήγι του λαγού. Πράγματι βρήκε ένα καθαρόαιμο κούρτσχααρ και μάλιστα από καλούς εργασιακά γονείς. Αφιέρωσε πολύ χρόνο στην εκπαίδευσή του και μετά από συνεχή εκπαίδευση για δυόμισι χρόνια πέτυχε ακριβώς αυτό που ήθελε. Το κούρτσχααρ ακολουθούσε τα λαγόσκυλα και ιχνηλατούσε μόνο στα ζεστά ίχνη του λαγού αναλαμβάνοντας το ρόλο του ξεφωλιαστή. Πράγματι, ανεπανάληπτες φέρμες λαγών στα πιο απίθανα γιατάκια. Τα άλλα λαγόσκυλα το είχαν μάθει και μόλις το έβλεπαν να φερμάρει έτρεχαν κοντά του κι έτσι ξεφώλιαζαν αυτά το λαγό κι άρχιζε η καταδίωξη. Ο φίλος όμως, στην περίπτωση που δεν προλάβαινε να τουφεκίσει το λαγό στο ξεφώλιασμα, δεν είχε πολλές πιθανότητες να τον τουφεκίσει στο γύρισμα της καταδίωξης. Παρά το γεγονός ότι οι λαγοί γυρνούσαν πίσω, δεν περνούσαν κοντά από το καρτέρι του. Εκείνη τη χρονιά ενώ είχε ξεσηκώσει υπερδιπλάσιους λαγούς απ' ότι την προηγούμενη, τελικά είχε βάλει στο σακίδιο, μόνο το ένα τρίτο από τους αντίστοιχους λαγούς της προηγούμενης χρονιάς!!
Τι είχε συμβεί;
Αρχικά δεν μπορούσε εύκολα να τουφεκίσει τους λαγούς στο ξεφώλισμα γιατί φερμάροντας το κούρτσχααρ, πριν προλάβει αυτός να πιάσει καλό πόστο, έτρεχαν όλα τα λαγόσκυλα εκεί και τον έπαιρναν όλα μαζί από κοντά, χωρίς να μπορεί να τον τουφεκίσει. Όταν ο λαγός άρχιζε να παίρνει μέτρα από τα λαγόσκυλα, βρισκόταν ήδη εκτός βολής. Στη συνέχεια έπιανε καλό πόστο για το καρτέρι του και περίμενε. Όμως το κούρτσχααρ εγκατέλειπε γρήγορα την καταδίωξη, γύριζε πίσω στον κυνηγό και με την παρουσία του χαλούσε την επιστροφή του λαγού! Το λαχάνιασμά του ακουγόταν από μεγάλη απόσταση. Αφού ξεκουραζόταν ένα δύο λεπτά, άρχιζε να κινείται ταχύτατα στη γύρω περιοχή πέφτοντας με δύναμη πάνω στα κλαδιά των γύρω θάμνων, προκαλώντας μεγάλο θόρυβο. Έτσι ο λαγός κατά το γύρισμά του, είτε άκουγε τη φασαρία, είτε έβλεπε το σκυλί να τρέχει πάνω κάτω και γινόταν... λαγός!
Ο μόνος τρόπος για να κυνηγήσει λαγό με το σκυλί αυτό ήταν να το πάρει μόνο του σε γυμνά εδάφη και να κυνηγά το λαγό στο ξεφώλιασμα όπως τις πέρδικες. Επειδή όμως αυτό το στυλ κυνηγιού δεν του άρεσε, αποφάσισε τελικά να διώξει το σκυλί. Τρία χρόνια λοιπόν χαμένος κόπος...
Όπως καταλαβαίνετε οι συνδυασμοί «αργά» «γρήγορα», «πολλές φωνές» «λίγες φωνές» είναι πολλοί, άρα πολλά και τα προβλήματα όταν έχομε να κάνομε με διαφορετικής ράτσας διώκτες.

Το αμάρτημα:
Σχεδόν όλοι μας έχομε αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα με αυτά που ενδεικτικά αναφέρω παραπάνω, γιατί ανακατεύομε πολλές διαφορετικές ράτσες λαγόσκυλων, στην προσπάθειά μας να αποκτήσομε μια ομάδα από λαγόσκυλα που να ανταποκρίνεται στις διαφοροποιήσεις και την ποικιλομορφία των κυνηγότοπων που κυνηγούμε. Και το πρόβλημα παλεύεται όταν ανακατεύονται κάπως καθαρές ράτσες. Το μεγάλο όμως κακό, που έχει καταντήσει μάστιγα στην Ελλάδα, είναι το να διασταυρώνομε αυτές τις διαφορετικές ράτσες προσπαθώντας ο καθένας μας να «φτιάξει τη δική του ράτσα»!! Πιστεύομε ότι η γενετική είναι το ατελιέ ενός ζωγράφου που μέσα σ' αυτό εμείς παίζομε με τα χρώματα. Αν στη ζωγραφική η ανάμειξη του άσπρου και του μαύρου χρώματος μας δίνει το γκρίζο, στη γενετική τα πράγματα δεν είναι έτσι, ή μάλλον θα μπορούσαν να είναι έτσι (εξάλλου οι περισσότερες φυλές δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο) αλλά στα χέρια ενός άριστου γνώστη της γενετικής και μάλιστα με επίπονες προσπάθειες πολλών δεκαετιών!! Εμείς όμως με υποθέσεις του τύπου: «θέλω ένα λαγόσκυλο που να κυνηγά άριστα και στα δύσβατα πετρώδη κάνοντας ανεμιστό ψάξιμο και εξίσου καλά στα πυκνά κάνοντας μεγάλη καταδίωξη. Άρα θα διασταυρώσω την σκύλα μου την γιουρογκέκα με τον Κρ